ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία, Κύπρος

Ο Μάρτιος του 1970 επιφύλασσε για την Κύπρο δύο συνταρακτικά γεγονότα, την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και τη δολοφονία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Ηταν ο δυσοίωνος προάγγελος για όσα δραματικά ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και κορυφώθηκαν το εφιαλτικό καλοκαίρι του 1974, με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και την τουρκική εισβολή.

Μετά τις προεδρικές εκλογές του 1968 και τη θριαμβευτική επανεκλογή στο προεδρικό αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, οι αναμενόμενες βουλευτικές εκλογές (τελικώς έγιναν τον Ιούλιο του 1970) είχαν οδηγήσει, κατά τους πρώτους μήνες του 1969, στην ίδρυση νέων κομμάτων, που κάλυπταν τον πολιτικό χώρο μεταξύ του ΑΚΕΛ και του νεοϊδρυθέντος ΔΕΚ, της αντιμακαριακής αντιπολίτευσης.

Καταλύτης στις πρώτες κομματικές αντιπαραθέσεις ήταν η πρωταγωνιστική συμμετοχή στο «Ενιαίον Κόμμα» της Κεντροδεξιάς, υπό τον Γλαύκο Κληρίδη, του μέχρι τότε πανίσχυρου πρώην υπουργού Εσωτερικών και Αμύνης Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, με μεγάλο δίκτυο αφοσιωμένων υποστηρικτών και διασυνδέσεων στην αστυνομία, στον στρατό και στις υπηρεσίες πληροφοριών της νεαρής δημοκρατίας. Ο Γιωρκάτζης, για χρόνια εξ απορρήτων συνεργάτης του Μακαρίου, είχε παραιτηθεί από την κυβέρνηση την 1η Νοεμβρίου 1968, μετά τη δημοσιοποίηση στην Αθήνα του ανακριτικού πορίσματος, που τον κατονόμαζε ως συνεργό του Αλέξανδρου Παναγούλη στην απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου (13 Αυγούστου 1968).

Σε μια παράλληλη εξέλιξη, από τον Μάρτιο του 1969 είχε εμφανιστεί στην Κύπρο η οργάνωση «Εθνικόν Μέτωπον», χωρίς σαφή ιδεολογική ταυτότητα. Η οργάνωση προχώρησε σε τρομοκρατική δράση, με δολοφονικές απόπειρες και απειλές εναντίον πολιτικών, δημοσιογράφων, κυβερνητικών και αστυνομικών στελεχών, εκρήξεις βομβών, επιθέσεις εναντίον αστυνομικών σταθμών και κλοπές οπλισμού και πυρομαχικών. Στην εμφάνιση του «Εθνικού Μετώπου», που κηρύχθηκε παράνομη οργάνωση στα τέλη Αυγούστου 1969, είναι βέβαιο ότι καθοριστικό ρόλο είχαν Ελληνες αξιωματικοί, που ανήκαν ή ελέγχονταν από τους «ιέρακες» της «επαναστατικής ομάδας» που επέβαλε το 1967 τη δικτατορία στην Ελλάδα.


Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος.
Πυροβολισμοί κατά του ελικοπτέρου με τρία αυτόματα
 
Λίγο μετά τις 7 το πρωί της Κυριακής 8 Μαρτίου 1970, αμέσως μετά την απογείωσή του από το προαύλιο της Αρχιεπισκοπής, στη Λευκωσία, το ελικόπτερο που θα μετέφερε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στη Μονή Μαχαιρά, για να χοροστατήσει στο ετήσιο θρησκευτικό μνημόσυνο του ήρωα της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου, δέχθηκε πυρά από αυτόματα όπλα.
 
Ο χειριστής του ελικοπτέρου, ταγματάρχης πυροβολικού Ζαχαρίας Παπαδογιάννης, από το Καστρί Κυνουρίας, παρότι τραυματισμένος βαρύτατα, κατάφερε με αυτοθυσία και ψυχραιμία, σχεδόν λιπόθυμος, να το προσγειώσει σε παρακείμενο ανοικτό χώρο. Στη συνέχεια, με αυτοκίνητα περιοίκων, ο μοναδικός επιβάτης του ελικοπτέρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνόδευσε τον τραυματία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η φρουρά του είχε ήδη μεταβεί στη Μονή Μαχαιρά, αφού τις προηγούμενες ημέρες είχαν διαρρεύσει πληροφορίες ότι η δολοφονική απόπειρα εναντίον του θα εκδηλωνόταν εκεί. Στο νοσοκομείο κατέφθασε, σχεδόν αμέσως, ο συνταγματάρχης Δημήτριος Παπαποστόλου, που ως διοικητής των Δυνάμεων Καταδρομών, είχε την ευθύνη της ασφάλειας του προεδρικού μεγάρου. Ο ίδιος μετέφερε με το αυτοκίνητό του τον Κύπριο πρόεδρο στην Αρχιεπισκοπή και κατόπιν τον συνόδευσε στη Μονή Μαχαιρά.
 
Η απόπειρα της 8ης Μαρτίου 1970 ήταν η πιο θεαματική προσπάθεια εναντίον της ζωής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από όσες σχεδιάστηκαν στο παρελθόν (η ίδια ομάδα σχεδίαζε τη δολοφονία του στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, στις 18 Ιανουαρίου 1970, κατά την επιστροφή του από το εξωτερικό). Τον Κύπριο πρόεδρο έσωσε, εκτός από τον ηρωισμό του Παπαδογιάννη, η προς στιγμήν διστακτικότητα των δραστών και οι οδηγίες που φέρεται να είχαν, να περίμεναν δηλαδή να πάρει ύψος το ελικόπτερο ώστε η πτώση του να ήταν δραματικότερη. Από την άλλη, η προσωπική ασφάλεια του Μακαρίου αποδείχθηκε διάτρητη και αλωμένη εκ των έσω, αφού είχε γίνει αφελώς πιστευτή η πληροφορία για τη διενέργεια της απόπειρας στη Μονή Μαχαιρά.
 

Ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης.
 
Συλλήψεις και καταδίκες
 
Οι επίδοξοι δολοφόνοι, τέσσερις σύμφωνα με τις μαρτυρίες, εθεάθησαν να εγκαταλείπουν το Παγκύπριο Γυμνάσιο, που βρίσκεται απέναντι από την Αρχιεπισκοπή. Οπως εξακριβώθηκε, είχαν πυροβολήσει εναντίον του ελικοπτέρου με τρία διαφορετικά όπλα (ένα οπλοπολυβόλο και δύο τυφέκια), τα οποία εγκατέλειψαν στην ταράτσα της Σεβερείου Βιβλιοθήκης, στη νότια πτέρυγα του κτιρίου του πιο ιστορικού κυπριακού εκπαιδευτηρίου. Σύμφωνα με τις εκ των υστέρων μαρτυρίες των δραστών, ο σχεδιαστής της απόπειρας, ο Παπαποστόλου, δηλαδή ο ίδιος αξιωματικός που είχε σπεύσει «να σώσει» τον Μακάριο, τους είχε πείσει ότι τα όπλα και τα άλλα τεκμήρια της απόπειρας θα «τα αναλάμβανε» ο στρατός.
 
Μια σειρά από ερασιτεχνικά λάθη των εμπλεκομένων στην απόπειρα οδήγησαν σχετικά εύκολα τις ανακριτικές αρχές στις πρώτες συλλήψεις. Από ό,τι αποδείχθηκε στις ανακρίσεις και στο δικαστήριο (η σχετική δίκη έγινε την περίοδο Σεπτέμβριο - Νοέμβριο του 1970) οι επίδοξοι δολοφόνοι ανήκαν σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες ομάδες αντιπάλων του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου: Ενας «ιστορικός συμβιβασμός» ένωσε για την απόπειρα αφοσιωμένους φίλους του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, που ένιωθε παραγκωνισμένος ύστερα από την παραίτησή του, και άνδρες της σκληρής αντιμακαριακής αντιπολίτευσης, που θεωρούσαν ότι ο πρόεδρος της Κύπρου είχε εγκαταλείψει την πολιτική υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Για την απόπειρα καταδικάστηκαν τέσσερα πρόσωπα από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι «εκ πρώτης όψεως ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης συμμετείχε της συνωμοσίας».
 
Ενας άλλος κατηγορούμενος, ο Κώστας Ιωαννίδης, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, γιος του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, γραμματέα της Μητρόπολης Κυρηνείας και συνεξορίστου του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, το 1956-1957, αθωώθηκε λόγω έλλειψης επαρκών μαρτυριών που θα στοιχειοθετούσαν «ικανοποιητικήν εκ πρώτης όψεως υπόθεσιν εναντίον του». Μετά την απόλυσή του από τις φυλακές, απελάθηκε στην Ελλάδα.
 
Η δολοφονία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη
 

Η σορός του Γιωρκάτζη μεταφέρεται στο νεκροτομείο.
 
Η πρώτη εντύπωση που κυριάρχησε στους κύκλους της Αρχιεπισκοπής, αμέσως μετά τη διάσωση του Μακαρίου, ήταν ότι πίσω από την απόπειρα εναντίον του κρυβόταν ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης. Ο ίδιος ο Κύπριος πρόεδρος, λίγες ώρες μετά την απόπειρα, έδωσε εντολή να γίνει αστυνομική έρευνα στο διαμέρισμα του πρώην συνεργάτη του, στη Λευκωσία. Στην έρευνα δεν εντοπίστηκαν οι περιβόητες μαγνητοταινίες που φέρεται να διατηρούσε ο τέως υπουργός Εσωτερικών, όπου κατέγραφε τις συνομιλίες του με τον πολιτικό κόσμο της Κύπρου, όμως απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον του Γιωρκάτζη για κατοχή δύο περιστρόφων και έξι σφαιρών. Παρότι τα δύο πιστόλια ήταν δώρο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για την ασφάλειά του, ο Γιωρκάτζης οδηγήθηκε στο δικαστήριο, στις 12 Μαρτίου, με την κατηγορία κατοχής όπλων, χωρίς την ειδική άδεια του υπουργικού συμβουλίου, και εκρηκτικών υλών και καταδικάστηκε σε μικρό χρηματικό πρόστιμο. Την προηγούμενη ημέρα είχαν συλληφθεί τρεις γνωστοί πολιτικοί του φίλοι (όλοι αστυνομικοί, ο ένας ανθυπαστυνόμος) ως ύποπτοι συμμετοχής στη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Το μεσημέρι της επομένης, Παρασκευής 13 Μαρτίου, ο Γιωρκάτζης, αφού παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να συναντηθεί με τον Μακάριο, επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο των Μεσανατολικών Αερογραμμών, με προορισμό τη Βηρυτό. Τον αντιλήφθηκαν δύο στρατιώτες που παρακολουθούσαν για αυτό τον σκοπό το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Σε μια δραματική επιχείρηση και ενώ το αεροπλάνο είχε τροχιοδρομήσει και ετοιμαζόταν να απογειωθεί, δόθηκε εντολή από τον πύργο ελέγχου να επιστρέψει. Τότε, εισήλθαν στο αεροπλάνο αστυνομικοί, οι οποίοι ανακοίνωσαν στον Γιωρκάτζη ότι απαγορευόταν η έξοδός του από την Κύπρο.

Το ίδιο απόγευμα, ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης ανακοίνωσε την παραίτησή του από τη θέση του οργανωτικού γραμματέα του Ενιαίου Κόμματος και την απόφασή του να αποσυρθεί από την πολιτική. Με δήλωσή του, ενδεικτική της απόγνωσης που τον διακατείχε, εξέφρασε τα αισθήματα «πικρίας και θλίψεως» για τις «δυσφημιστικές διαδόσεις» εναντίον του, και συμπλήρωσε: «Θα υπομένω καρτερικώς τα πάντα, προετοιμασμένος δι’ οτιδήποτε, πιστεύων ότι η αλήθεια και το δίκαιον θα επικρατήσουν. Και διά το καλόν της Κύπρου αλλά και διά το καλόν του Μακαριωτάτου».


Ο Μακάριος στο νοσοκομείο με τον τραυματισμένο πιλότο Ζ. Παπαδογιάννη.

Αργά το απόγευμα της Κυριακής 15 Μαρτίου, ο Γιωρκάτζης δολοφονήθηκε σε ερημικό δρόμο έξω από τη Λευκωσία, κοντά στο Νέο Χωριό Κυθρέας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς έμπιστών του προσώπων, θα συναντούσε τον διοικητή Καταδρομών, συνταγματάρχη Παπαποστόλου, ο οποίος όμως, στις ανακρίσεις που ακολούθησαν, πρόβαλε άλλοθι.

Ο υπαστυνόμος Κ. Πατατάκος, που συνόδευε τον Γιωρκάτζη το μοιραίο απόγευμα, παρέδωσε στις Αρχές φωτοτυπίες σχεδίου πραξικοπήματος, με την ονομασία «Ερμής», που προγραμματιζόταν για τον Μάιο του 1970, και κατά τον Γιωρκάτζη οργάνωναν Ελλαδίτες αξιωματικοί εναντίον του Αρχιεπισκόπου.

Ομως, ο ίδιος ο Μακάριος δήλωσε (17 Μαρτίου 1970) ότι το έγγραφο ήταν πλαστό και διέψευσε κατηγορηματικά τις διαδόσεις «εις βάρος Ελλήνων αξιωματικών σχετικώς προς τους δολοφόνους του Πολυκάρπου Γιωρκάτζη». Είχε προηγηθεί η κηδεία του δολοφονηθέντος, σε βαρύ κλίμα πένθους, με την παρουσία πλήθους κόσμου.

Στα τέλη Μαΐου 1970 δημοσιοποιήθηκε το πόρισμα του ανακριτή, που κάλυπτε μόνο το ιατροδικαστικό κεφάλαιο της δολοφονίας Γιωρκάτζη. Το δικαστήριο κάλεσε την αστυνομία «όπως συνεχίση τας προσπαθείας της δι’ ανακάλυψιν των δραστών». Τυπικά, η υπόθεση θεωρείται μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστη. Τα γεγονότα του Μαρτίου 1970 ήταν, ουσιαστικά, η πρώτη μεγάλη συνωμοτική προσπάθεια που εξυφάνθηκε από τον σκληρό πυρήνα της ελληνικής δικτατορίας, με σκοπό τη δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας. Τα σχέδια θα επαναλαμβάνονταν μόλις εντοπίζονταν οι επόμενοι «χρήσιμοι ηλίθιοι» ανάμεσα στους Ελληνες της Κύπρου…

* Ο κ. Πέτρος Παπαπολυβίου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ