ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην εύφορη κοιλάδα του Στρυμόνα, λίγο έξω από την πόλη των Σερρών, μια περιοχή που θεωρείται το κέντρο παραγωγής γάλακτος στην Ελλάδα, βρίσκεται η έδρα και οι παραγωγικές εγκαταστάσεις της γαλακτοβιομηχανίας Κρι Κρι, μια από τις πιο σύγχρονες βιομηχανίες της χώρας.

Με υπερσύγχρονες, αυτοματοποιημένες γραμμές παραγωγής και πλήρως ελεγχόμενες διαδικασίες ελέγχου και παρακολούθησης όλων των σταδίων παραγωγής, η εταιρεία παράγει όλους τους τύπους βιομηχανικού και παραδοσιακού γιαουρτιού εκ των οποίων περίπου το 60% διοχετεύεται σε αγορές του εξωτερικού. Το δε εργοστάσιο παραγωγής παγωτού, εξοπλισμένο επίσης με τεχνολογία αιχμής, παράγει όλους τους τύπους παγωτών. Συνολικά η εταιρεία παράγει περίπου 70 εκατομμύρια μερίδες παγωτού και 200 εκατομμύρια μερίδες γιαουρτιού σε ετήσια βάση, ενώ το 30% της παραγωγής εξάγεται σε περισσότερες από 20 χώρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2017 ο κύκλος εργασιών της Κρι Κρι ανήλθε στα 79 εκατ. ευρώ εκ των οποίων τα 24 εκατ. ευρώ ήταν εξαγωγές.

Το πρώτο βήμα πραγματοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 όταν ο Γιώργος Τσινάβος, ιδρυτής της εταιρείας, άνοιξε ένα ζαχαροπλαστείο στις Σέρρες, παράγοντας παγωτό και άλλα είδη ζαχαροπλαστικής. Το ξεκίνημα ήταν ιδιαίτερα θετικό, ενώ παγωτά όπως το «Κασσάτο», που παράγονταν με πρόβειο γάλα προσδίδοντας μια ιδιαίτερη, πλούσια γεύση στο παγωτό, απέκτησαν μεγάλη φήμη στην ευρύτερη περιοχή. Το 1963, σε ηλικία μόλις 33 ετών, απεβίωσε ο ιδρυτής της Κρι Κρι και τη διαχείριση ανέλαβαν η σύζυγός του Αναστασία και ο αδερφός του Σπύρος Τσινάβος, οι οποίοι συνέχισαν με επιτυχία το έργο του. Το 1971, περίπου δεκαεπτά χρόνια μετά την ίδρυση, έγινε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός με την τοποθέτηση της πρώτης αυτόματης γραμμής παγωτού. Το 1983 ο Παναγιώτης Τσινάβος, γιος του ιδρυτή, μετά τις σπουδές του εισέρχεται ενεργά στην εταιρεία, και σήμερα κατέχει τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου.

Το αποφασιστικό βήμα για τη μετάβαση της εταιρείας στη νέα εποχή, από μια τοπική βιοτεχνία σε μια βιομηχανία εθνικής εμβέλειας, έγινε το 1987 με την κατασκευή νέας σύγχρονης μονάδας παραγωγής. Με τη δημιουργία του νέου εργοστασίου η εταιρεία έλαβε μια μεγάλη στρατηγική απόφαση που καθόρισε το μέλλον της: να συνεχίσει την αυτόνομη ανάπτυξή της δίνοντας βαρύτητα στην παραγωγή δικών της προϊόντων.

Το 1991 αποτέλεσε μια σημαντική χρονιά, καθώς πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα βήματα για την επέκτασή της στην αγορά του γιαουρτιού, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν οι εξαγωγές προϊόντων της στην αγορά των Σκοπίων.

Η απόφαση-σταθμός

To 1996 άρχισε να διαθέτει τα προϊόντα της στην περιοχή της Αττικής, δημιουργώντας παράλληλα το δικό της εμπορικό δίκτυο, ενώ το 1998 έλαβε τη στρατηγική απόφαση να ενισχύσει την παρουσία της στο γιαούρτι δημιουργώντας ένα νέο εργοστάσιο αποκλειστικά για την παραγωγή γιαουρτιού. Η είσοδος στο γιαούρτι αποτέλεσε μια δύσκολη επιχειρηματική απόφαση, δεδομένου του ισχυρού ανταγωνισμού που υπήρχε, ωστόσο όπως σημειώνει ο κ. Π. Τσινάβος στην «Κ», η εταιρεία είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην ποιοτική υπεροχή των προϊόντων της και ήταν αποφασισμένη να εκμεταλλευτεί το συγκριτικό πλεονέκτημα που της έδινε η πρόσβαση σε άφθονη πρώτη ύλη –γάλα– εξαιρετικής ποιότητας. Σημειώνεται ότι η ευρύτερη περιοχή των Σερρών αποτελεί το κέντρο παραγωγής φρέσκου γάλακτος στη χώρα, όπου παράγεται περίπου το 50% της συνολικής εγχώριας παραγωγής.

Με ελληνικό γάλα

Η Κρι Κρι παρασκευάζει τα γιαούρτια της με 100% ελληνικό φρέσκο γάλα ημέρας, που το συλλέγει και το φτιάχνει γιαούρτι μέσα σε ένα 24ωρο «εγκλωβίζοντας» έτσι όλη τη φρεσκάδα του γάλακτος. Το 2003 η εταιρεία προχώρησε στην εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αθηνών και με τα κεφάλαια που άντλησε, ύψους 6 εκατ. ευρώ, επένδυσε στη δημιουργία ενός νέου υπερσύγχρονου εργοστασίου για την παραγωγική ευρωπαϊκού τύπου γιαουρτιού, ενισχύοντας δραστικά τη θέση της στην αγορά. Η επέκταση στην αγορά του γιαουρτιού αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από επιτυχής και σήμερα αποτελεί το βαρύ πυροβολικό της Κρι Κρι, καθώς οι πωλήσεις του συμμετέχουν με ποσοστό 70% στον συνολικό τζίρο της. Τη δεκαετία του 2000 η εταιρεία παρουσίασε κατακόρυφη ανάπτυξη και αύξηση μεγεθών, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ο κύκλος εργασιών της από τα επίπεδα των 9,1 εκατ. ευρώ που ήταν το 2000, το 2017 ξεπέρασε τα 79 εκατ. ευρώ.

Αναγεννήθηκε από τις στάχτες της καταστροφικής φωτιάς

Ολη αυτή η διαδρομή παραλίγο να τερματιστεί βίαια στις 24 Δεκεμβρίου του 2013, όταν μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς το εργοστάσιο παραγωγής γιαουρτιού, τη ναυαρχίδα της εταιρείας. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο κ. Τσινάβος στην «Κ», η καταστροφή δεν λύγισε την εταιρεία και τους ανθρώπους της και όλοι εργάστηκαν νυχθημερόν για να μετατρέψουν την απειλή σε ευκαιρία. Εβδομάδες μετά την καταστροφή, στα τέλη Ιανουαρίου 2014, ολοκληρώθηκε η αποκομιδή των καμένων που περιλάμβανε περισσότερους από 1.000 τόνους μετάλλων και μέσα σε 7 μήνες, στα μέσα Αυγούστου, τέθηκε σε λειτουργία η πρώτη γραμμή παραγωγής γιαουρτιού του νέου εργοστασίου. Για την ακρίβεια, η Κρι Κρι δεν «έχτισε» απλά σε χρόνο-ρεκόρ ένα νέο μεγάλου μεγέθους εργοστάσιο, αλλά έχτισε ένα από τα πιο σύγχρονα εργοστάσια γιαουρτιού στην Ευρώπη. Σημειώνεται ότι την περίοδο μετά την πυρκαγιά, στο διάστημα 2014 - 2018, κόντρα στην κρίση, η εταιρεία προχώρησε σε επενδύσεις, οι οποίες ξεπέρασαν τα 50 εκατ. ευρώ με στόχο την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων. Για την τριετία 2019 - 2021, η Κρι Κρι προγραμματίζει νέες επενδύσεις ύψους 10 εκατ. ευρώ. Το επενδυτικό πρόγραμμα προβλέπει και τη δημιουργία μονάδας βιοαερίου, το οποίο θα επεξεργάζεται τα υγρά απόβλητα των εργοστασίων, παράγοντας ηλεκτρική ενέργεια. Η εταιρεία δίνει μεγάλο βάρος στην έρευνα και ανάπτυξη, όπου επενδύει σημαντικούς πόρους με στόχο τη δημιουργία νέων καινοτόμων προϊόντων, σύμφωνα με τις διεθνείς σύγχρονες διατροφικές τάσεις αλλά και τα ειδικά γευστικά χαρακτηριστικά του Ελληνα καταναλωτή. Στο πλαίσιο αυτό ανέπτυξε και λάνσαρε στην αγορά τη νέα σειρά γιαουρτιών super spoon, τα οποία συνδυάζουν γιαούρτι υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη με την προσθήκη φρούτων υψηλής διατροφικής αξίας.

Στόχοι στην Ελλάδα, προκλήσεις σε Αγγλία και Ιταλία

Σύμφωνα με τον κ. Τσινάβο, στόχος της Κρι Κρι είναι η εδραίωση της θέσης της στην ελληνική αγορά, τόσο στο γιαούρτι όσο και στο παγωτό. Σήμερα, η Κρι Κρι κατέχει τη 2η θέση σε όγκο στην ελληνική αγορά γιαουρτιού και παγωτού. Ωστόσο ο μεγάλος στόχος είναι οι εξαγωγές. Εξάγει περίπου το 30% της παραγωγής της σε περισσότερες από 20 χώρες, με μεγαλύτερες αγορές την Αγγλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και με σημαντική παρουσία στις γειτονικές αγορές των Βαλκανίων. Τα προϊόντα της Κρι Κρι βρίσκονται σε μεγάλες ευρωπαϊκές αλυσίδες όπως: Waitrose, Tesco, ASDA, Marks&Spencer, Sainsbury, Aldi στην Αγγλία, Carrefour, MD, Esselunga στην Ιταλία, Colruyt στο Βέλγιο, κ.ά. Οπως σημειώνει ο κ. Τσινάβος, το μεγάλο στοίχημα για την εταιρεία είναι να πετύχει την αύξηση των πωλήσεων των επώνυμων γιαουρτιών Κρι Κρι αξιοποιώντας τις υπάρχουσες συνεργασίες με μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, δίνοντας έμφαση στην αγορά της Αγγλίας και της Ιταλίας.
Σημειώνεται ότι κατά το πρώτο τρίμηνο της εφετινής χρήσης, η εταιρεία πέτυχε αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 27,1%. Τα λειτουργικά κέρδη πριν από φόρους και αποσβέσεις (EBITDA) ανήλθαν στα 2,89 εκατ. έναντι 2,22 εκατ. το αντίστοιχο διάστημα του 2017, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 1,57 εκατ. ευρώ (έναντι 1,14 ευρώ). Στην ελληνική αγορά οι πωλήσεις της εταιρείας «έτρεξαν» με ρυθμό +17,1%, ενώ οι αγορές του εξωτερικού σημείωσαν αύξηση που αγγίζει το 40%. Στην εγχώρια αγορά το μερίδιο σε όγκο της Κρι Κρι αυξήθηκε κατά 15,4%, στο τετράμηνο Ιανουαρίου - Απριλίου 2018, και βρίσκεται στη 2η θέση της κατάταξης της αγοράς.
Σε ό,τι αφορά την πορεία της οικονομίας, ο κ. Τσινάβος εμφανίζεται αισιόδοξος ότι τα χειρότερα βρίσκονται πίσω μας και ότι πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις να περάσουμε στην ανάπτυξη, αρκεί να δουλέψουμε με πείσμα και εργατικότητα. Η εμπειρία της Κρι Κρι, που αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες, τον γεμίζει αισιοδοξία και σημειώνει ότι και η Ελλάδα μπορεί να υπερβεί τις σημερινές δυσκολίες και να ανακάμψει δυναμικά.

«Η ελληνική παραγωγή γάλακτος κινδυνεύει να μπει σε έναν φαύλο κύκλο»

Ο νομός Σερρών και οι όμοροι νομοί έχουν μακρά παράδοση στην παραγωγή φρέσκου αγελαδινού γάλακτος. Η Κεντρική Μακεδονία αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες ζώνες παραγωγής γάλακτος στην Ελλάδα, με το παραγόμενο γάλα να ξεπερνά το 50% της συνολικής εγχώριας παραγωγής.

Μετά την κατάργηση του καθεστώτος των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης το 2015, δημιουργήθηκαν συνθήκες έντονου ανταγωνισμού από το εισαγόμενο γάλα που παράγεται στη Βόρεια Ευρώπη. Αποτέλεσμα ήταν να πιεστούν οι τιμές του γάλακτος στην Ελλάδα, που ωστόσο παραμένουν οι υψηλότερες στην Ε.Ε., και να φθίνει η αγελαδοτροφία στη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ελληνική παραγωγή γάλακτος ξεπερνούσε τις 700 χιλ. τόνους πριν από λίγα χρόνια, σήμερα έχει πέσει κάτω από 600 χιλ. τόνους, τη στιγμή που οι ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης ξεπερνούν το 1,5 εκατ. τόνους. Σύμφωνα με τον κ. Τσινάβο «η ελληνική παραγωγή κινδυνεύει να μπει σε έναν φαύλο κύκλο, όπου η μείωση της παραγωγής θα προκαλεί αύξηση του κόστους μονάδας και όλο και μεγαλύτερη διείσδυση στην αγορά εισαγόμενου γάλακτος. Αυτή όμως η αύξηση εισαγωγών θα προκαλέσει με τη σειρά της μείωση της εγχώριας ζήτησης. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο».

Στο πλαίσιο αυτό η Κρι Κρι επιδιώκει να συμβάλει ενεργά στη στήριξη και ανάπτυξη της εγχώριας αγελαδοτροφίας, δημιουργώντας το πρόγραμμα «Παιδεία Γάλακτος». Στο πλαίσιο του προγράμματος, προχώρησε στη σύναψη συνεργασίας με το Τμήμα Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τους συνεργαζόμενους με την εταιρεία παραγωγούς. Στόχος, η μείωση του κόστους παραγωγής, η βελτίωση της ποιότητας του αγελαδινού γάλακτος και η βελτίωση της υγείας και της ευζωίας των γαλακτοπαραγωγών αγελάδων, ώστε να γίνουν οι μονάδες κερδοφόρες, βιώσιμες και να μπορούν να αντέξουν στον έντονο ανταγωνισμό. «Πέρα όμως από τις δυσκολίες που ανέφερα για την ανάπτυξη της αγελαδοτροφίας», σημειώνει ο κ. Τσινάβος, «το ελληνικό γάλα διαθέτει πολλά ποιοτικά συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με το αντίστοιχο γάλα της Ευρώπης. Ενδεικτικά θα αναφέρω μερικούς παράγοντες που κυριαρχούν στην Ελλάδα και συμβάλλουν στην καλύτερη ποιότητα του ελληνικού γάλακτος. Η ελληνική γη είναι πολύ πλούσια σε αρωματικά φυτά, που χαρίζουν στο ελληνικό γάλα μοναδικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Το εύκρατο κλίμα και η μεγάλης διάρκειας ηλιοφάνεια στη χώρα μας, βοηθούν τις ζωοτροφές. Εδαφος και νερό με ελάχιστη ρύπανση. Πολύ καλή τεχνογνωσία καλλιέργειας ζωοτροφών άριστης ποιότητας». Τέλος, ο διευθύνων σύμβουλος της Κρι Κρι σημειώνει ότι στην κατεύθυνση στήριξης και ενίσχυσης της εγχώριας αγελοδοτροφίας, αποτελεί θετικό βήμα η απόφαση του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης για την υποχρέωση αναγραφής στη συσκευασία των γαλακτοκομικών προϊόντων της χώρας προέλευσης του γάλακτος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ