ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι περιορισμοί φρενάρουν το λιανεμπόριο

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 2010 εγκαινιάστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης κατάστημα της αλυσίδας Praktiker, μια επένδυση τότε ύψους 16,5 εκατ. ευρώ. Πολύ πριν εγκαινιαστεί και αρχίσει να λειτουργεί, το συγκεκριμένο κατάστημα αποτελούσε σημείο αναφοράς για προβλήματα που προκαλούν η γραφειοκρατία και η νομοθεσία σε ό,τι αφορά την αδειοδότηση μεγάλων καταστημάτων που βρίσκονται εκτός των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης. Για να λάβει την πολυπόθητη άδεια, απαιτήθηκαν επτά χρόνια και κάποια δικαστήρια, καθώς εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης η χορήγηση της άδειας πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αυτό δεν αποτελεί ούτε το πρώτο και σίγουρα ούτε το τελευταίο παράδειγμα του πώς η υφιστάμενη νομοθεσία μπορεί να θέσει περιορισμούς στην ανάπτυξη του λιανικού εμπορίου. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα επήλθαν τα τελευταία χρόνια δραματικές αλλαγές στη νομοθεσία για το λιανεμπόριο με έμφαση στο ωράριο λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων, οι περιορισμοί και οι γεωγραφικές διακρίσεις στη χορήγηση αδειών εγκατάστασης παραμένουν σημαντικοί.

Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης μιας νέας στρατηγικής για το λιανεμπόριο έτσι ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του 21ου αιώνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάρτισε τον δείκτη περιορισμού του λιανικού εμπορίου. Σε κάθε κράτος-μέλος αποτιμώνται οι ρυθμιστικοί κανόνες σχετικά με τις άδειες εγκατάστασης και τη λειτουργία των εμπορικών επιχειρήσεων, καθώς και ο χρόνος ανταπόκρισης της δημόσιας διοίκησης σε αυτά ακριβώς τα ζητήματα. Η βαθμολογία είναι σε μια κλίμακα από το 0 έως το 6, όπου το 0 δηλώνει απουσία περιορισμών και το 6 την ύπαρξη πολλών.

Η γενική βαθμολογία της Ελλάδας είναι 1,62, γεγονός που την κατατάσσει στην 11η θέση μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ξεκινώντας από τις χώρες που έχουν ελάχιστους περιορισμούς στη σχετική με το λιανεμπόριο νομοθεσία. Η σχετικά καλή επίδοση της Ελλάδας οφείλεται κατά βάση στη διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων που έχει επέλθει από το 2013 και συνεχίστηκε και το 2017, καθώς και σε αλλαγές στο καθεστώς των προσφορών.

Η βαθμολογία της Ελλάδας είναι χειρότερη όταν εξετάζονται οι διάφορες παράμετροι που αφορούν την αδειοδότηση εγκατάστασης των εμπορικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, λαμβάνει βαθμό 3 ως προς το εάν υπάρχουν περιορισμοί αναλόγως του μεγέθους των καταστημάτων, επίσης βαθμό 3 ως προς τις λεπτομέρειες που απαιτούνται για τον σχεδιασμό, 2,4 ως προς τον αριθμό των αδειών - δικαιολογητικών που χρειάζονται. Ο υψηλότερος βαθμός –που εν προκειμένω έχει αρνητική χροιά– είναι 3,3 και τον λαμβάνει η Ελλάδα για τη χρονική διάρκεια των διαδικασιών. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κομισιόν στις συστάσεις που απηύθυνε προς τα κράτη-μέλη για την ενίσχυση του εμπορίου κάνει ειδική μνεία στο ζήτημα της διευκόλυνσης της εγκατάστασης επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου, αναφέροντας τα εξής:«Εχει ζωτική σημασία να μπορούν οι λιανέμποροι να ανοίγουν κατάστημα γρήγορα, για να αποκτούν πρόσβαση σε μια αγορά, ενισχύοντας έτσι την παραγωγικότητα και την καινοτομία. Αν τα κράτη-μέλη ενισχύσουν τη συμμόρφωση με την οδηγία για τις υπηρεσίες, μπορούν να διευκολύνουν την εγκατάσταση νέων καταστημάτων χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο συμφέροντα δημόσιας πολιτικής, όπως είναι η χωροταξία και η προστασία του περιβάλλοντος και των καταναλωτών. Οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές καλούνται να μειώσουν τον αδικαιολόγητο ή δυσανάλογο φόρτο και να κάνουν απλούστερες, συντομότερες και πιο διαφανείς τις διαδικασίες εγκατάστασης των επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου».

Το άνοιγμα καταστημάτων τις Κυριακές αύξησε την απασχόληση στην Ε.Ε.

Αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των εμπόρων, μεταξύ των εμπόρων και των εμποροϋπαλλήλων, μεταξύ κυβερνητικών εταίρων, μεταξύ των ελληνικών κυβερνήσεων και των δανειστών της. Ο λόγος φυσικά για τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, λειτουργία η οποία πρώτη φορά διευρύνθηκε το 2013 και ακολούθησε περαιτέρω απελευθέρωση το 2017.

Στην περίφημη πρώτη εργαλειοθήκη ανταγωνισμού του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) περιλαμβανόταν η εκτίμηση ότι η πλήρης απελευθέρωση της κυριακάτικης λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων –κάτι που δεν έγινε ποτέ– θα δημιουργούσε 18.000 έως 30.000 νέες θέσεις εργασίας στο λιανεμπόριο και ο τζίρος του κλάδου θα αυξανόταν κατά 2,5 δισ. ευρώ. Σε μία οικονομία σε ύφεση, βεβαίως, τα παραπάνω έμοιαζαν ανέφικτα, ακόμη και αν υπήρχε πλήρης απελευθέρωση. Η αποτελεσματικότητα της άρσης αρκετών περιορισμών, πάντως, δεν έχει αποτιμηθεί ακόμη με ακρίβεια ούτε από την πλευρά των πολέμιων ούτε από την πλευρά των υπέρμαχων του μέτρου.

Αντιθέτως, υπάρχει πλούσιο ερευνητικό έργο για την αποτελεσματικότητα του μέτρου σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πλέον πρόσφατη είναι αυτή που πραγματοποιήθηκε στην Ολλανδία το 2016 προκειμένου να αποτιμήσει την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης που θεσπίστηκε στη χώρα το 2013 και επιτρέπει στις τοπικές αρχές να επιτρέπουν στα καταστήματα να λειτουργήσουν τις Κυριακές, εξαιρώντας τα έτσι από τον γενικό κανόνα απαγόρευσης που ισχύει. Η απελευθέρωση των ωρών λειτουργίας τις Κυριακές είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν τα έσοδα για τα 2/3 των λιανεμπόρων στους δήμους όπου επιτρεπόταν να ανοίγουν, ενώ πάνω από το 30% των καταστημάτων που παρέμειναν κλειστά τις Κυριακές είδαν τον τζίρο τους να υποχωρεί.

Ερευνα της Φινλανδικής Ομοσπονδίας Εμπορίου το 2016 έδειξε ότι μετά την απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων το 46% των επιχειρήσεων αύξησε τον αριθμό των εργαζομένων τους. Σύμφωνα με τις ισπανικές αρχές καταγράφεται ανοδική τάση στις πωλήσεις και την απασχόληση στο λιανεμπόριο από το 2012 κι έπειτα, οπότε στην Ισπανία επετράπη στα καταστήματα να παραμένουν ανοιχτά τουλάχιστον 90 ώρες την εβδομάδα και απελευθερώθηκε πλήρως η λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές.

Στη Γερμανία μελέτη του 2014, στην οποία αξιολογήθηκε η απορρύθμιση του 2006, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απασχόληση αυξήθηκε κατά 3% - 4%, κυρίως λόγω της αύξησης της μερικής απασχόλησης, ενώ στην πλήρη απασχόληση δεν υπήρξε καμία επίπτωση.
Περιορισμούς στη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων υπάρχουν σήμερα σε 14 από τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στην Τσεχία, στη Δανία, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στο Λουξεμβούργο, στη Μάλτα, στην Ολλανδία, στην Πολωνία, στη Σλοβακία και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στο 1,35 δισ. ευρώ το κόστος της γραφειοκρατίας για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις

Η ύπαρξη πολλών περιορισμών και η εφαρμογή σειράς ρυθμιστικών κανόνων δεν σημαίνει μόνο απώλεια χρόνου, αλλά και χρημάτων. Σύμφωνα με την έκθεση «Operational restrictions in the retail sector» που διενήργησαν οι LE Europe, Spark Legal Network και VVA Consulting για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το κόστος συμμόρφωσης με τους κανόνες αυτούς ή, κατά πολλούς, το κόστος που προκύπτει από τα διοικητικά εμπόδια για μια πολύ μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί σε 4,5% επί των συνολικών ετήσιων εσόδων.

Δεδομένου του γεγονότος ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν την πλειονότητα των επιχειρήσεων στη χώρα, το συνολικό κόστος συμμόρφωσης με το κανονιστικό πλαίσιο για το λιανεμπόριο υπολογίζεται ότι ανέρχεται γι’ αυτές σε 1,35 δισ. ευρώ περίπου.

Συνολικά στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκτιμάται ότι το κόστος συμμόρφωσης για όλες τις λιανεμπορικές επιχειρήσεις κυμαίνεται από 22,6 δισ. ευρώ έως 30,9 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει πανευρωπαϊκά και όχι μόνο στην Ελλάδα στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και εκτιμάται ότι συνολικά κυμαίνεται από 21 έως 27,4 δισ. ευρώ.

Οι τομείς στους οποίους θεωρείται ότι μπορεί να επέλθει μείωση του κόστους είναι αυτοί που σχετίζονται με τον τρόπο και τη συχνότητα δημοσίευσης εταιρικών ανακοινώσεων και πληροφοριών, με την ενημέρωση των Αρχών για διάφορες αλλαγές, με τον εξορθολογισμό των ελέγχων έτσι ώστε να μην υπάρχουν πολλαπλοί έλεγχοι από διάφορες υπηρεσίες και με τη μεγαλύτερη αναλογικότητα κυρώσεων και προστίμων. Ειδικά στην Ελλάδα ο εμπορικός κόσμος, σύμφωνα με την έκθεση, θεωρεί μεγαλύτερα προβλήματα, από το χειρότερο έως το λιγότερο οδυνηρό, τα εξής: α) Το κόστος διόρθωσης λαθών που έχουν γίνει από τη δημόσια διοίκηση στην εφαρμογή της νομοθεσίας είναι δυσανάλογα μεγάλο για πολλές επιχειρήσεις, β) τα πρόστιμα που επιβάλλονται αφορούν συχνά επουσιώδεις παραβάσεις, γ) τα πρόστιμα είναι δυσανάλογα υψηλά και δ) οι έλεγχοι είναι πολύ συχνοί.

Σύμφωνα με την έρευνα, ο μέσος αριθμός ελέγχων που δέχθηκε μια επιχείρηση στην Ελλάδα τον προηγούμενο χρόνο ήταν 4,2, αριθμός που συνιστά τον τέταρτο υψηλότερο μεταξύ των «28» της Ε.Ε. Οι πιο πολλοί έλεγχοι ανά επιχείρηση γίνονται στη Σλοβενία (6,8 φορές τον χρόνο), στην Τσεχία (6,7 φορές τον χρόνο), στη Ρουμανία και στη Σλοβακία (5,6 φορές τον χρόνο σε κάθε μία από τις δύο χώρες) και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Οι λιγότερες επιθεωρήσεις (0,6 ανά επιχείρηση ετησίως) γίνονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία (0,8 ανά επιχείρηση) και στην Ολλανδία (0,9 ανά επιχείρηση).

Το 36% των πολύ μικρών ελληνικών εμπορικών επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην εν λόγω έρευνα δήλωσε ότι τιμωρήθηκε τουλάχιστον με ένα πρόστιμο την προηγούμενη χρονιά, το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε., με το υψηλότερο να συναντάται στην Κροατία (39% των πολύ μικρών εμπορικών επιχειρήσεων). Τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν αποτελούν στην Ελλάδα περίπου το 0,06% του ετήσιου τζίρου των επιχειρήσεων. Ωστόσο το ποσοστό αυτό δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα, καθώς στην περίπτωση των πολύ μικρών επιχειρήσεων το ύψος των προστίμων εκτινάσσεται στο 0,41% επί του ετήσιου τζίρου τους.

Σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις επιπτώσεις του διοικητικού κόστους αλλά και του αυξανόμενου ανταγωνισμού στις πολύ μικρές και τις μικρές εμπορικές επιχειρήσεις, η Κομισιόν εξέδωσε οδηγό με τον οποίο προτείνει στις κρατικές αρχές τρόπους με τους οποίους μπορούν να βοηθήσουν τους μικρούς λιανεμπόρους.

Ο κλάδος στην Ε.Ε.

Το λιανικό εμπόριο αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο τομέα υπηρεσιών στην Ε.Ε. μετά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, καθώς αντιπροσωπεύει το 4,5% της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας της Ε.Ε. και το 8,6% του συνόλου των θέσεων εργασίας στην Ε.Ε. Τα νοικοκυριά της Ε.Ε. δαπανούν έως και το ένα τρίτο του εισοδήματός τους σε καταστήματα λιανικής.

Η νομοθεσία

Σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικής Αγοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι ρυθμιστικοί περιορισμοί, δηλαδή αυτοί που απορρέουν από τη νομοθεσία, στο λιανεμπόριο αποτελούν το 32% του συνόλου των περιορισμών που υφίστανται στον τομέα των υπηρεσιών στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Οι δαπάνες

Το 30% των οικογενειακών προϋπολογισμών δαπανάται για την αγορά αγαθών τα οποία οι καταναλωτές προμηθεύονται από το λιανικό εμπόριο και σε απόλυτους αριθμούς κυμαίνεται από 3.500 έως 18.000 ευρώ αναλόγως της χώρας. Το 16% δαπανάται για τρόφιμα και ποτά, το 5% για είδη ένδυσης και υπόδησης και το 2% για έπιπλα και οικιακές συσκευές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ