ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οικονομική κρίση, Οικονομία

Εννέα χρόνια μετά τo ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι περισσότερες από τις μεγάλες πόλεις των χωρών της ευρωζώνης παρουσιάζουν σημάδια ανάκαμψης, σύμφωνα με έρευνα της Global Data, η οποία καταγράφει τα στάδια που ακολουθεί η κάθε χώρα στο δρόμο προς την ευημερία.

Βάσει των τελευταίων στοιχείων της έρευνας που διεξήγαγε η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων για την περίοδο μέχρι και το τέλος του 2017, ο οικονομικός αναλυτής και επικεφαλής της έρευνας, Τarun Bisht, επεσήμανε ότι η οικονομική ανάκαμψη θα συνεχιστεί τα επόμενα πέντε χρόνια για την πλειονότητα των πόλεων της ευρωζώνης, αν και με αργούς ρυθμούς. Εμπόδιο σε μια ταχεία ανάκαμψη στέκονται οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, η ισχνή δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αλλά και η χαμηλή αύξηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. 

Μιλώντας στην ιστοσελίδα της «Κ», ο Tarun Bisht υπογράμμισε ότι είναι αδύνατον να μην διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας τους αριθμούς πως οι αργοί ρυθμοί ανάκαμψης παρατηρούνται κυρίως στις οικονομίες χωρών της Νότιας Ευρώπης, όπως Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία «κυρίως εξαιτίας του υψηλού χρέους και του υψηλού ποσοστού ανεργίας».


Τα στάδια της οικονομικής ανάπτυξης για τις Ευρωπαικές Πόλεις, Πηγή: GlobalData City Economics Database. 

Ποιοί είναι όμως οι λόγοι της καθυστερημένης ανάκαμψης της Ελλάδας συγκεκριμένα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Ο ερευνητής, Tarun Bisht επιβεβαιώνει ότι το γεγονός πως οι ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης εφήρμοσαν εγκαίρως τα απαραίτητα δημοσιονομικά μέτρα αποτελεί και την κύρια αιτία που οι πόλεις τους κατάφεραν να βγουν γρηγορότερα από την κρίση. Ακόμη, τα χαμηλότερα επιτόκια στις δημόσιες και ιδιωτικές πιστώσεις και η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα συγκαταλέγονται στα βασικά μέτρα που έχουν λάβει αυτές οι χώρες για να βοηθήσουν τις πόλεις τους να διατηρήσουν την οικονομική τους ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Δεν μπορούμε, ωστόσο, να μην επισημάνουμε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας, ένας από τους βασικούς παράγοντες της αργής ανάκαμψης κατά τον Tarun Bisht είναι το λεγόμενο «brain drain». «Σχεδόν μισό εκατομμύριο Ελληνες έχουν μεταναστεύσει από το ξέσπασμα της κρίσης μέχρι σήμερα λόγω του υψηλού ποσοστού ανεργίας, το οποίο κυμαίνεται γύρω στο 20%», σημειώνει χαρακτηριστικά, ενώ δεν ξεχνά να υπογραμμίσει ότι η Αθήνα είναι μια από τις 11 πόλεις χωρών της ευρωζώνης που δεν έχουν καταφέρει να επαναφέρουν το ΑΕΠ της χώρας τους σε προ-κρίσης επίπεδα ή και καλύτερα. 

Ιδιαίτερη μνεία - με αρνητική χροιά - γίνεται στην γειτονική Ιταλία. Το Κάλιαρι, η Νάπολη και η Ρώμη παλεύουν «να κρατηθούν στη ζωή», όπως υπογραμμίζεται στην έρευνα της Global Data, λόγω του «κακού χρέους» της Ιταλίας αλλά και των υψηλών ποσοστών ανεργίας. Το ίδιο ισχύει και για την Λισσαβόνα και την Πορτογαλία όπου το υψηλό επίπεδο ανεργίας, το αυξανόμενο δημόσιο χρέος και τα ισχυρά μέτρα λιτότητας έχουν μειώσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών αλλά και των επιχειρήσεων.

Με αφορμή τον συγκεκριμένο δείκτη της έρευνας, ο Bisht περιγράφει τις διακυμάνσεις του ΑΕΠ της Ελλάδας μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ενώ στέκεται στο ελληνικό χρέος που ανήλθε στο 180% του ΑΕΠ  το 2016 σημειώνοντας ότι πρόκειται για το «το μεγαλύτερο ανάμεσα στις χώρες της ευρωζώνης». Αξίζει να σημειωθεί ότι βάσει των προβλέψεων του ΔΝΤ το ελληνικό χρέος που βρίσκονταν στο 181,9% του ΑΕΠ το 2017 θα ανέλθει στο 191,3% του ΑΕΠ το 2018 και το 2019 θα υποχωρήσει στο 181,8% του ΑΕΠ.

Ερωτηθείς δε, για το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας, ο οικονομικός αναλυτής της Global Data φαίνεται αισιόδοξος, υπό την προϋπόθεση τήρησης των μεταρρυθμίσεων και εφαρμογής των δημοσιονομικών μέτρων.

«Το 2017, η οικονομία της χώρας παρατηρήσαμε ότι αυξήθηκε κατά 1,35%, λόγω της αυξανόμενης κατανάλωσης των νοικοκυριών και των βελτιωμένων συνθηκών της αγοράς εργασίας συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Η αύξηση στον τομέα των εξαγωγών σε συνδυασμό με τα μέτρα κατά της λιτότητας από την κυβέρνηση αναμένεται να αυξήσουν περαιτέρω και τον ρυθμό ανάπτυξης. Η κατανάλωση φαίνεται πως αρχίζει να ανακάμπτει από την πτώση του 2016. Παράλληλα, η ανεργία αναμένεται να μειωθεί κάτω από το 19% μέχρι το 2019, για πρώτη φορά μετά το 2011, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να επιταχυνθεί γύρω στο 2,0% το 2018. Κατά την επόμενη τριετία το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί με μέσο ρυθμό 1,9% κατά τη διάρκεια του 2018-2020», προβλέπει χαρακτηριστικά ο Bisht. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ