ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Γεμίζεις με αέρα το διάφραγμα, σαν μπαλόνι, πιέζεις χαμηλά, τα νεφρά, τα γεννητικά όργανα και μετά εκπνοή, με έναν ήχο συριστικό από το στόμα». Προσπαθώ να μιμηθώ την άσκηση που περιγράφει και ταυτόχρονα εκτελεί δίπλα μου ο «δάσκαλος» Θόδωρος Τερζόπουλος. Με διαβεβαιώνει ότι αν την επαναλαμβάνω κάθε μέρα, 15 φορές, θα έχω ορατά οφέλη. Μία μόνο, από ένα σύνολο εκατοντάδων ασκήσεων. «Θα βάλω τον κόσμο στους Δελφούς να κάνει στην αρχή εισπνοές – εκπνοές!», λέει ο διεθνής σκηνοθέτης, για τον οποίο το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ωνάση διοργανώνει ένα μεγάλο τιμητικό αφιέρωμα στις 5, 6, 7 και 8 Ιουλίου.

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος συμπληρώνει το 71ο έτος του –κάθε φορά που ακούω την ηλικία του αιφνιδιάζομαι– και 50 χρόνια στο θέατρο. Τα 33 εξ αυτών πορεύεται παράλληλα με το δημιούργημά του, το Θέατρο «Αττις». Με τους Δελφούς οι δεσμοί του ξεκινούν το 1985 όταν αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής των Διεθνών Συναντήσεων Αρχαίου Δράματος (έως το 2004), ενώ ένα χρόνο αργότερα (1986) παρουσιάζει στο Αρχαίο Στάδιο τις περιώνυμες «Βάκχες» του, οι οποίες έκτοτε έχουν ταξιδέψει σε 30 χώρες, αριθμώντας περισσότερες από 400 παραστάσεις.

Η Μέθοδος

Με την τραγωδία αυτή του Ευριπίδη θεμελιώνεται και η Μέθοδος του Θόδωρου Τερζόπουλου η οποία διδάσκεται πλέον σε όλον τον κόσμο: από την Ακαδημία του Πεκίνου ώς την Κολομβία, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Ινδία. «Το σύστημα αυτό έχει πολλά στοιχεία από τη δική μου, προσωπική, παράδοση, από τον ποντιακό Πυρρίχιο χορό, από έναν Κινέζο δάσκαλο που είχα στο Βερολίνο, από τη μέθοδο Γκράχαμ. Αφορά την ενεργοποίηση του λόγου και του σώματος. Η ποντιακή καταγωγή μου με βοήθησε γιατί είναι και η μνήμη μου. Η μνήμη μου είναι σωματική», εξηγεί ο ίδιος.

Το να συντάξει κανείς το «βιογραφικό» του Θόδωρου Τερζόπουλου είναι ένα στοίχημα χαμένο εξαρχής. Διαρκώς προκύπτουν νέα στοιχεία. Του τηλεφωνώ πριν από λίγες ημέρες και τον βρίσκω στη Μόντενα της Ιταλίας, στη διάρκεια οντισιόν υποψήφιων ηθοποιών από πέντε ευρωπαϊκές χώρες για τις «Βάκχες» που θα παρουσιαστούν το 2020... Παράλληλα, κάνει πρόβες για τη «Γέρμα» του Λόρκα που θα ανέβει τον Νοέμβριο στην Ταϊπέι με 60 άτομα.

Πέρυσι το φθινόπωρο συνέπεσαν οκτώ παραστάσεις του στον κόσμο: στο Τορίνο, στη Μόντενα, στην Αγία Πετρούπολη, στην Ταϊπέι, στο Πεκίνο, στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, στη Μόσχα... «Είμαι άοκνος και αεικίνητος άνθρωπος, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είμαι εργασιομανής. Πού είναι η προσωπική ζωή μου; Είναι μάλλον μέσα σε αυτήν την κίνηση. Εκεί είναι και η ξεκούραση...».

Το σπίτι του, στο κέντρο της πόλης, είναι κι αυτό ένα «ταξίδι» ζωής. Αντικείμενα από όλον τον κόσμο: 40 μάσκες από την Κίνα (οι χαρακτήρες της κινεζικής όπερας), κιμονό από την Ιαπωνία (ένα είναι δώρο από τον αδελφό τού Χιροχίτο) κ.ο.κ. Δούλεψε με Σαμάνους, με Αβορίγινες στην Αυστραλία, έκανε θέατρο σε ζούγκλες και παρθένα δάση. «Σκέφτομαι ότι αν δεν ήσαστε σκηνοθέτης, θα ήσαστε ανθρωπολόγος...», παρατηρώ. «Μου πάει πάρα πολύ», απαντά. «Και φίλοι μου είναι σπουδαίοι ανθρωπολόγοι: Ινδιάνοι, Βραζιλιάνοι, Αυστραλοί».

«Τους συναντήσατε μέσα από το θέατρο ή κάνατε θέατρο για να τους συναντήσετε;», επανέρχομαι. «Πιθανότατα το δεύτερο... Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Στη γη μεγάλωσα. Ημουν τριών-τεσσάρων χρόνων και οι γονείς μου, πρόσφυγες από τον Πόντο, στο Μακρύγιαλο Πιερίας, με έβαζαν μέσα σε ένα καλάθι πάνω στο κάρο και πήγαινα στο καπνοχώραφο μαζί τους, στις 3 τη νύχτα. Το πρωί, πριν βγει ο ήλιος, στοίβαζα τα καπνά στα κοφίνια. Τότε, αρχές της δεκαετίας του ’50, ήταν μια Ελλάδα διαλυμένη.

Είκοσι χρόνια αργότερα, αφού είχα τελειώσει με τον στρατό και είχα αποφοιτήσει από τη Δραματική Σχολή του Μιχαηλίδη, πήγα στη Γερμανία. Είχα έναν αδελφό Παναγιώτη Τερζόπουλο, καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Καρλ Μαρξ της Λειψίας, που είχε και μαθήτρια την Αγκελα Μέρκελ. Τώρα είναι συνταξιούχος. Με βοήθησε πάρα πολύ. Μέσα από αυτόν γνώρισα τον Χάινερ Μίλερ και την οικογένεια Μπρεχτ. Ηταν μεγάλη τύχη να είμαι κοντά στον Χάινερ Μίλερ. Ηταν ο μέντοράς μου, με στήριξε. Πήγα εκεί όπου καλλιεργούνταν ο ορθολογισμός, η στέρεα άποψη για τη ζωή και την τέχνη, και αυτό με ζόρισε πολύ γιατί τα μυαλά μου ήταν πάνω από το κεφάλι μου. Η πίεση ήταν πολύ δημιουργική γιατί άρχισα έτσι να δομώ τον εαυτό μου. Στερέωσα αρχές και αξίες».

«Βάζω παγίδες στον εαυτό μου και καμιά φορά πέφτω μέσα»


Η Σοφία Χιλλ  (Ελένη) στις «Τρωάδες» που θα παρουσιαστούν στο Αρχαίο Θέατρο Δελφών, 6 και 7 Ιουλίου. Η παράσταση, παραγωγή του Οργανισμού «Πάφος Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2017», θα ξεκινήσει με το φως της ημέρας.

Για τον δημιουργό και σκηνοθέτη δεν υπάρχει η έννοια του ρεπερτορίου: «Επιλέγω έργα σε σχέση με αυτό που κατοικεί μέσα μου, που δεν είναι ούτε δράμα, ούτε τραγωδία, ούτε κωμωδία. Είναι το ερώτημα: περί τίνος πρόκειται; Αυτό. Αισχύλος, Μπρεχτ, Ευριπίδης, Λόρκα, Χάινερ Μίλερ. Επιλέγω ό,τι με κινητοποιεί και δεν σταματάει το ταξίδι».

– Αυτό που αποκαλείτε ενέργεια...
– Δεν το βρίσκω στην Αθήνα. Είναι πένθιμη η εικόνα και θρηνητική η κατάσταση. Η κρίση είναι πολιτισμική και πολύ βαθιά. Δρέπουμε τους καρπούς του λαϊκισμού μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε ο Ελληνας. Είναι βαθιές οι ρίζες του λαϊκισμού, έχει επηρεάσει και το γονίδιό μας, φοβάμαι. Αντιθέτως, στους ξένους που κατοικούν γύρω από το Μεταξουργείο (σ.σ.: Λεωνίδου, ο δρόμος του «Αττις»), συναντάω ευγένεια, καλοσύνη, ευθύνη, που δεν υπάρχουν πια σε αυτήν τη χώρα. Οι Κούρδοι προστατεύουν την περιοχή. Εχουν αρχές, δεν είναι διεφθαρμένοι. Κουρεύομαι σε Πέρση, ψωνίζω από Κούρδο, τους καλώ στο θέατρο και έρχονται με τις οικογένειές τους. Στην Ελλάδα ο πολίτης δεν έχει εμπιστοσύνη στο κράτος και συνεργάζεται με το παρακράτος, δεν έχει εμπιστοσύνη στην παιδεία και συνεργάζεται με την παραπαιδεία, δεν έχει εμπιστοσύνη στη θρησκεία αλλά στην παραθρησκεία, όχι στην τέχνη αλλά στην παρατέχνη. Εχει οικοδομηθεί μια «εμπιστοσύνη» σε φάλτσο επίπεδο, σκιερό και σκιώδες, υπόγειο, υποχθόνιο και βλαβερό.

– Είστε σχεδόν «ταμένος» στο θέατρο που υπηρετείτε.
– Πιστεύω στις αρχές και στη ζωή. Το «περίπου» του μεταμοντερνισμού δεν υπάρχει. Θέλω να είμαι συγκεκριμένος, ακριβής, και σε αυτές τις περιοχές υπάρχει ρίσκο και μεγάλη δυσκολία. Μπορεί να σε καταβροχθίσει αυτή η προσπάθεια.

– Τι προκαλεί το διεθνές ενδιαφέρον για τη δουλειά σας; Η πρωτοτυπία της;
– Οι ξένοι, οι Ασιάτες κυρίως (Ιάπωνες, Κορεάτες, Κινέζοι, Tαϊβανέζοι, ακόμα και οι Ινδοί), αντιλαμβάνονται τη δουλειά μου μέσα από τη διαχείριση του χρόνου, γιατί σε όλες τις παραστάσεις μου «ανοίγω» τον χρόνο. Υπάρχει ο τελεστικός χρόνος, άσχετα αν είναι τραγωδία ή ένα σύγχρονο έργο. Ο τελεστικός και οι εκρήξεις. Ο αργός χρόνος που τους είναι πάρα πολύ οικείος. Είναι ο τελετουργικός χρόνος, ο χρόνος των παραδόσεών τους. Με αυτήν την έννοια φαίνεται η επιρροή μου από την Ασία αλλά και από την ίδια μου την ποντιακή καταγωγή και το βίωμα. Μεγάλωσα με τα μακρόσυρτα τραγούδια των προγόνων μου και με τον αργό χρόνο. Οι Γερμανοί, από την άλλη, αναγνωρίζουν στη δουλειά μου την αυστηρή δομή, που δεν διέλυσε ο μεταμοντερνισμός τον οποίο δεν ακολούθησα.

– Οσο περνούν τα χρόνια, οι παραστάσεις σας γίνονται όλο και μικρότερες σε διάρκεια: 50 - 55 λεπτά. Το «Ανκόρ» παρέπεμπε σε εγκατάσταση ή περφόρμανς.
– Το σώμα βρίσκεται εκτεθειμένο σε ερωτήματα, σε σκέψεις, κι αυτό δεν είναι εύκολο. Για να κάνω μια παράσταση, χρησιμοποιώ όλο το κείμενο, γεννιούνται ιδέες καταπληκτικές, θα πανηγύριζα αν ήμουν «μεταμοντερνικός»: εφέ, ευκολίες... Τα καταργώ όλα και περνάω στην «ψίχα», στο ελάχιστο. Στην αισθητική του ελάχιστου, και με αυτήν την έννοια προσεγγίζω την installation και την performance. Βάζω παγίδες στον εαυτό μου και καμιά φορά πέφτω μέσα. Εκεί φαίνεται και η δύναμη της τέχνης. Δεν αρνούμαι τίποτα, αρκεί να είναι αληθινό. Φτάνει να είναι και ένα κοίταγμα, σαν το κοίταγμα της Μέδουσας, και να διαρκεί τρία δευτερόλεπτα.

– Τι σας τροφοδοτεί;
– Η εξωστρέφεια. Το ισχυρό ένστικτο ζωής. Η ισχυρή συγκίνηση. Συγκινούμαι όταν ταξιδεύω. Στην εξωστρέφεια συγκινούμαι, στην εσωστρέφεια θρηνώ. Ο έρωτάς μου με τους ηθοποιούς μου. Θέλω να συντηρήσω τον πυρήνα μου, αυτόν που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά, μετεμφυλιακά, μέσα από τον πόνο, την απόγνωση, τη δυσκολία, τον μόχθο, το ταξίδι που μοιάζει ατέλειωτο κι αυτό μου δίνει ζωή. Ο χρόνος μου είναι σαν του πολιτικού. Κάθε πεντάλεπτο πρέπει να ισοδυναμεί στον πολιτικό με μία ώρα. Σε μένα κάθε πεντάλεπτο είναι δύο ώρες.

– Πώς έχετε τόσο καλή σχέση με τον χρόνο;
– Γιατί τα ’χω καλά με τον εαυτό μου.

– Το όριό σας;
– Ο ίδιος μέσα μου δεν έχω όριο γιατί είμαι τρελός! Η τρέλα είναι συνώνυμο της τραγωδίας και της ζωής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ