ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι δεν χάνουν τεύχος από τα κόμικς που διαβάζουν από παιδιά· εγώ συλλέγω χαρτάκια Panini. Παρότι σήμερα είμαι απολύτως συμφιλιωμένος με το παράδοξο, υποτίθεται, θέαμα της εικόνας του ενήλικα που επιδίδεται στο εν λόγω χόμπι, υπήρξαν περίοδοι που προτού δρασκελίσω το κατώφλι ενός ψιλικατζίδικου για να αγοράσω τα φακελάκια με τα αυτοκόλλητα, πρόβαρα νοερά την ποταπή δικαιολογία που θα εκτόξευα με αυτοπεποίθηση στον καχύποπτο και παντογνώστη ιδιοκτήτη («Αγοράζω τα χαρτάκια για να τα δώσω στ’ ανιψάκια μου»), και την οποία τελικά ποτέ δεν ξεφούρνιζα, φροντίζοντας να ολοκληρώνω τη δοσοληψία όσο πιο γρήγορα και αναίμακτα μπορούσα, ψαρεύοντας αμίλητος τα φακελάκια απ’ το κουτί δίπλα στο ταμείο και αποφεύγοντας την απορημένη ή επιτιμητική ματιά που περίμενε να διασταυρωθεί με το δειλό, αμήχανο βλέμμα μου.

Το χόμπι

Καταλαβαίνω πως δεν είναι το είδος της εξομολόγησης που θα περίμενε κανείς να διαβάσει σ’ ένα ένθετο σαν το Τέχνες και Γράμματα· η συλλογή τέτοιων καρτών και η επικόλλησή τους στις σελίδες του ζωηρόχρωμου άλμπουμ που συνοδεύει την κυκλοφορία τους, έχει εγγραφεί στα κυκλώματα μνήμης της κοινής γνώμης ως ένα χόμπι που είναι αδύνατον να ξεκινήσει κανείς σε οποιαδήποτε άλλη ηλικία πλην της παιδικής και να συνεχίσει μετά το πέρας της εφηβείας. Φυσικά, η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη: η συλλογή των καρτών από έναν ενήλικα δεν στοιχειοθετεί το παράπτωμα του παλιμπαιδισμού, ούτε και θα πρέπει να ερμηνευθεί ως μια απόπειρα κατάργησης του χρόνου μέσω της νοσταλγικής επιστροφής στα ασφαλή κι ανακουφιστικά φρούρια της παιδικής φαντασίας. Αντίθετα, πρόκειται για ένα τελετουργικό έθιμο για ορισμένους ποδοσφαιρόφιλους λίγο πριν από την έναρξη ενός Euro ή ενός Μουντιάλ, για κάποιους από εμάς το ίδιο απαραίτητο με τους φιλικούς αγώνες που η ομάδα είναι υποχρεωμένη να δώσει ώστε να επιτύχει την καλύτερη δυνατή προετοιμασία.

Ιδωμένη μέσα από μια εκτεταμένη συλλογή άλμπουμ Panini, η νεότερη ιστορία του ποδοσφαίρου έρχεται κοντά στον ορισμό που διατύπωσε ο Τζούλιαν Μπαρνς, μέσω ενός επινοημένου ιστορικού, στο μυθιστόρημά του, «Ενα κάποιο τέλος»: «Ιστορία είναι η βεβαιότητα που δημιουργείται στο σημείο όπου οι ατέλειες της μνήμης συναντούν τις ανεπάρκειες της τεκμηρίωσης». Ετσι λοιπόν, ένα επιλήσμον μυαλό ίσως να μην αντιληφθεί την ηχηρή απουσία του Αντρές Εσκομπάρ από το ρόστερ της Κολομβίας στο άλμπουμ της Panini για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, του ποδοσφαιριστή που δολοφονήθηκε από τους «βαρώνους» των ναρκωτικών όταν επέστρεψε στη χώρα του εξαιτίας του αυτογκόλ που σημείωσε στο τουρνουά. Ενώ αν κοιτάξει κανείς το αντίστοιχο άλμπουμ για το Euro ’92, δίχως να έχει γνώση των όσων συνέβησαν, θα συμπεράνει λανθασμένα ότι στη διοργάνωση δεν συμμετείχε η Δανία, η χώρα που κατέκτησε το τρόπαιο τότε, αλλά η Γιουγκοσλαβία, την οποία ωστόσο αντικατέστησε η Δανία, όταν η πρώτη αποβλήθηκε από την ΟΥΕΦΑ λόγω του εμφυλίου πολέμου.


Ο Κολομβιανός Αντρές Εσκομπάρ. Δολοφονήθηκε από τους «βαρώνους» των ναρκωτικών, εξαιτίας του αυτογκόλ που σημείωσε στο Μουντιάλ του 1994.

Οι ιστορικές παρανοήσεις φαντάζουν αναπόφευκτες από τη στιγμή που τα χαρτάκια πρέπει να τυπωθούν εγκαίρως, πολύ πριν ξεκινήσει η τελική φάση· μοιραία, είναι αδύνατον να προβλεφθούν τραυματισμοί της τελευταίας στιγμής ή το όψιμο ντεφορμάρισμα ενός πρωτοκλασάτου ονόματος, που θα του στερήσει τη θέση στην εθνική του ομάδα.

Ξεφυλλίζοντας τα άλμπουμ που έχω στην κατοχή μου από το Μουντιάλ του 1990, λίγες μέρες πριν από την έναρξη του φετινού Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Ρωσία, παρατηρώ αρχικά τα προφανή: οι φανέλες των εθνικών ομάδων έγιναν πιο κομψές στο πέρασμα του χρόνου, τα κουρέματα των ποδοσφαιριστών πιο στυλάτα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι οι περισσότερες φιγούρες των ποδοσφαιριστών που χλευάστηκαν για την εκκεντρική τους εμφάνιση σε διονυσιακά φεστιβάλ ειρωνείας στα social media, συχνότερα λατινοαμερικανών με τροφαντά μουστάκια και βλέμμα πιστολέρο σε σπαγγέτι-γουέστερν ή ανατολικοευρωπαίων με ντροπιαστικά ατίθασες χαίτες, ανήκουν σε παλιότερες δεκαετίες.

Το πιο αξιοσημείωτο συμπέρασμα που προκύπτει από την παρατήρησή τους είναι η αυστηρή, επαγγελματική ουδετερότητα με την οποία οι περισσότεροι παίκτες στέκονται απέναντι στον φωτογράφο. Οι ταξικές ιδιαιτερότητες λειαίνονται, η λαϊκή αυθάδεια του ποδοσφαιριστή που δεν απαρνήθηκε την κοινωνική καταγωγή του ή η καλογυαλισμένη υπεροψία εκείνου που δεν απέφυγε την αλλοτρίωση από τη φήμη και το χρήμα, εξαφανίζονται για τα λεπτά που διαρκεί η φωτογράφιση. Ποδοσφαιριστές με αψίκορο χαρακτήρα στα τερέν ποζάρουν μπροστά στον φακό με τη φινιρισμένη όψη του φιλήσυχου γείτονα· αρχηγοί ομάδων και μπαρουτοκαπνισμένοι βετεράνοι διατηρούν, σε πείσμα του χρόνου, τη νεανική τους ζωντάνια· δίπλα στους Ρομάριο, Μαραντόνα, Ζιντάν και Φαν Μπάστεν φιγουράρουν ελάσσονα αστέρια που χάθηκαν από τον ποδοσφαιρικό ουρανό το ίδιο γρήγορα που εμφανίστηκαν σε αυτόν, έχοντας σημειώσει συνήθως ένα ηρωικό κρίσιμο γκολ, συνοδευόμενο από έναν παθιασμένο πανηγυρισμό: τα θέλγητρα της νεογέννητης θεότητας με τα οποία προσηλυτίζει τον φαντασιόπληκτο νεαρό ποδοσφαιρόφιλο.

Αυτοκόλλητη... σέλφι

Στο αμέσως προηγούμενο Μουντιάλ της Βραζιλίας, η Panini παρουσίασε μια καινοτομία. Εδωσε την ευκαιρία στον κάτοχο του άλμπουμ να προσθέσει τη δική του αυτοκόλλητη φωτογραφία δίπλα στους άσους που αγαπάει ή λατρεύει να μισεί. Οπως στα ποδοσφαιρικά βιντεοπαιχνίδια στα οποία ο χρήστης μπορεί να εισαγάγει τον εαυτό του ως παίκτη με τα χαρακτηριστικά του, έτσι και το άλμπουμ της Panini προσφέρει την εξατομικευμένη δυνατότητα της φαντασιωτικής συμμετοχής, παρακάμπτοντας την άλλοτε προαπαιτούμενη ταύτιση με τους αληθινούς πρωταγωνιστές.

Μπροστά στη σαρκική συμμετοχή του χρήστη στα εγκιβωτισμένα περιβάλλοντα της «επαυξημένης πραγματικότητας» του μέλλοντος που θα προσομοιώνουν τρισδιάστατα τις φυσικές συνθήκες ενός αγώνα, ίσως τα παραπάνω να μοιάζουν με πρωτόγονα σχέδια σε πανάρχαιες σπηλιές. Μέχρι να φτάσει, πάντως, εκείνη η στιγμή, τα αυτοκόλλητα της Panini θα μας θυμίζουν τις αγωνίες, τους θριάμβους και τις απογοητεύσεις μας, κάθε τέσσερα χρόνια, μπροστά και, κυρίως, μακριά από την οθόνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ