ΘΕΑΤΡΟ

Μετα-μπεκετική παράσταση με το βλέμμα στον Κάφκα

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Ο Aρης Σερβετάλης στην παράσταση του Δημήτρη Κουρτάκη «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Εχουμε δει πάρα πολλές παραστάσεις έργων του Μπέκετ και όσο κι αν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η τομή που προκάλεσε με τα έργα του στη σκηνική τέχνη του 20ού αι., σήμερα (μετά την κρίση του νοήματος και της αναπαράστασης, τον θάνατο του συγγραφέα, τη Νέα Κριτική και το μεταμοντερνιστικό άνοιγμα στην ερμηνεία ως απεριόριστη δυνατότητα), δεν είμαι σίγουρη αν παραμένει εξίσου σημαντικό το παράδοξο μιας γραφής που επιτίθεται στο εγγενές ψεύδος της γλώσσας, μέσα από τη γλώσσα. Ο,τι αποκάλυψε ο Μπέκετ με τα πεζά και τα θεατρικά του, καινοφανή για τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αδυνατούν να προκαλέσουν πλέον κάποιου είδους αντίδραση μέσα μας – κι η σπειροειδής κίνηση μέσα στον «φθονερό πολτό λέξεων», μήπως και βρεθούν οι λέξεις που θα μπορούσαν να μιλήσουν για το «ακατονόμαστο», καθηλώνει σε μία απωθητική παθητικότητα.

Οπωσδήποτε οφείλουμε στον Μπέκετ και σε μερικούς ακόμη την αναγκαία –τότε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– απελευθέρωση της καλλιτεχνικής έκφρασης πέρα από τον Λόγο. Για διαφορετικούς λόγους και με καινούργια αιτούμενα (που συνδέονται και με τη συνθήκη της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή την ανάγκη υπέρβασης των εμποδίων που είναι οι εθνικές γλώσσες όταν οι παραστάσεις ταξιδεύουν σ’ όλον το κόσμο), από τη δεκαετία του ’90, το θέατρο του λόγου υποχώρησε ενώ άνθησαν οι παραστάσεις σωματικού θεάτρου, χοροθεάτρου, multi-media περφόρμανς. Eίναι αξιοπρόσεκτο, οπωσδήποτε, το γεγονός ότι η σκηνική πράξη απάντησε στο αδιέξοδο του Μπέκετ με τη γλώσσα, μέσα από μία άλλη «γλώσσα», σωματική αυτή τη φορά. Εδώ το υπαρξιακό άγχος δεν ψάχνει τις λέξεις με τις οποίες θα μπορούσε να εκφραστεί – το σώμα που πάσχει αναλαμβάνει να υποκαταστήσει τη λεκτική έκφραση.

Στην κατεύθυνση αυτή η παράσταση του Δημήτρη Κουρτάκη «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μετα-μπεκετική, αφού εδώ ο περφόρμερ (ο σπουδαίος Aρης Σερβετάλης) προσπαθεί να ελευθερωθεί από τα όρια της γλώσσας και του Εαυτού κλεισμένος σ’ ένα παράταιρο διώροφο κτίσμα, ίσως το εργαστήριό του, κινούμενος εντός του σαν φίδι που προσπαθεί να απαλλαγεί από το παλιό του δέρμα, για να διαπιστώσει –έπειτα από άθροισμα αποτυχιών– ότι καινούργιο και παλιό δεν διαφέρουν.

Αυτό που με εντυπωσίασε στην περφόρμανς του Δημήτρη Κουρτάκη (που σωστά συμπεριλήφθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών, αν και περυσινή παραγωγή) είναι πως κατορθώνει να αναδείξει συγγένειες και σχέσεις του μπεκετικού έργου με τον κόσμο του Κάφκα (αφενός) και την εικαστική πρωτοπορία της δεκαετίας του ’60 και του ’70 (αφετέρου). Το κτίσμα που σχεδίασε ο ίδιος, λευκό και ακανόνιστο, μ’ ένα σχίσμα στη μέση και ένα μικρό άνοιγμα στο αριστερό μέρος, είναι ο συνδετικός κρίκος. Θυμίζει τον «Πύργο» (1922) του Κάφκα, θυμίζει όμως και το «Κτίσμα» (1923/4, στα ελληνικά από τις εκδ. Αγρα, 2001), ένα από τα τελευταία αφηγήματά του. Ο «εχθρός» δεν είναι έξω, είναι πρωτίστως «εσωτερικός», είναι πάντα ένα «εγώ» σε διαμάχη με ό,τι συνήθως το ορίζει.

Eνα στοιχείο ακόμη αναδεικνύει τη σχέση της περφόρμανς του Κουρτάκη με τον κόσμο του Κάφκα: η κίνηση του Aρη Σερβετάλη.

Ο ερμηνευτής εμφανίζεται μέσα από μία τρύπα και στη συνέχεια περιηγείται περιμετρικά τον χώρο σκαρφαλώνοντας, τρυπώνοντας, ισορροπώντας σε ντουλάπες, τραπέζια, πάγκους, σκαμπό, τάβλες, καρέκλες, σε κάθε λογής σκάλες. Η ευελιξία του, που δεν μπορεί να εννοηθεί χώρια από την ευθραυστότητα του σώματός του και από την αγωνία της κίνησής του σ’ ένα χώρο ανοίκειο, ανακαλεί ευθέως τον Γκρέγκορ Σάμσα, τον άνδρα στη «Μεταμόρφωση» (1915) που ξύπνησε ένα πρωί «μεταμορφωμένος σ’ ένα πελώριο ζωύφιο».

Μέσω του κτίσματος, τώρα, και της χρήσης live video, η παράσταση του Κουρτάκη συναντά ενδιαφέρουσες περιπτώσεις Αμερικανών κατά κύριο λόγο multi-καλλιτεχνών  όπως ο Vitto Acconci (1940-2017), ο Bruce Nauman (1941), ο Terry Fox (1943-2008), ο Gordon Matta-Clark (1943-1978) και η νεότερη Rachel Whiteread (1963) – της οποίας οι χυτές εγκαταστάσεις σπιτιών/κτιρίων θυμίζουν πολύ το γύψινο οικοδόμημα του Κουρτάκη, ιδίως η σκάλα την οποία ο Σερβετάλης κατεβαίνει κάποια στιγμή έρποντας με την πλάτη. Πρόκειται για δημιουργούς που δοκίμασαν διαφορετικά μέσα και τρόπους, εγκαταστάσεις, περφόρμανς, φωτογραφία και video-art, γλυπτική και αρχιτεκτονικές φόρμες, σε μια εποχή που η ενασχόληση με τόσο καινούργια μέσα και σε τόσο πρωτότυπες συν (δ)θέσεις, είχε πράγματι πολλά καινούργια να προτείνει στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης – αρκετά εκ των οποίων εξακολουθούν ν’ αντιμετωπίζονται ως αιχμή της σύγχρονης τέχνης.

Η βιντεοκάμερα του Jérémie Bernaert παρακολουθεί τον περφόρμερ και ό,τι βλέπει προβάλλεται πάνω στο κτίσμα με τρόπο που δεν χωρεί αντίρρηση: το μέσα και το έξω, το έκθετο και το προστατευμένο, η κίνηση και η ακινησία δεν είναι απαραιτήτως αντιθετικές έννοιες. Το δισδιάστατο της εικόνας δεν είναι λιγότερο πραγματικό από το τρισδιάστατο του ηθοποιού που βλέπουμε από τα μικρά ανοίγματα του κτίσματος. Αναγκαστικά, οι θεατές βλέπουν αποσπασματικά την κίνηση του ηθοποιού στον χώρο. Με άλλα λόγια, ενιαία αφήγηση δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει ολική απάντηση που να μπορεί να δώσει ο δημιουργός.

Εκτός από ένδον σκηνές, πάνω στην επιφάνεια του κτίσματος προβάλλονται μπεκετικές φράσεις, όχι για να μεταφέρουν κάποιου είδους μήνυμα, αλλά με τον τρόπο που τα γράμματα αντιμετωπίζονται ως εικαστικά στοιχεία. Σε συνδυασμό με τους φωτισμούς του Scott Bolman και τις ηχητικές συνθέσεις του Δημήτρη Καμαρωτού, που παρακολουθούν την εναγώνια κίνηση του Αρη Σερβετάλη, ως σώμα που πάσχει μέσα στο «υλικό» κτίσμα, και ως πνεύμα και ψυχή που προσπαθεί να βγει από άυλες φυλακές, οι «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου» αποτελούν μία πλήρη, ως προς όλα τα στοιχεία που την αποτελούν, περφόρμανς πολυμέσων, που συνδέει διαφορετικές επιρροές και αναφορές σ’ ένα άψογα δομημένο όλον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ