ΜΟΥΣΙΚΗ

Στη δίνη της απαιτητικής γραφής του Μανώλη Καλομοίρη

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

H Στέλλα Τσάνη ερμηνεύει το «Κοντσερτάκι» του Καλομοίρη υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Σε έργα Καλομοίρη και Δραγατάκη ήταν αφιερωμένη η συναυλία της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών, που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου στο Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» υπό τον αρχιμουσικό Λουκά Καρυτινό. Ακούστηκαν η πρώτη Συμφωνία του Δημήτρη Δραγατάκη καθώς επίσης τρία έργα του Καλομοίρη, η «Ραψωδία» για πιάνο αρ. 1 σε ενορχήστρωση Γκαμπριέλ Πιερνέ, το «Κοντσερτάκι» για βιολί και ορχήστρα με σολίστ τη Στέλλα Τσάνη και το συμφωνικό ποίημα «Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι». Αν κάτι έγινε σαφές, ειδικά στη «Ραψωδία» και στο «Κοντσερτάκι», ήταν οι αυξημένες απαιτήσεις της ελάχιστα αυτονόητης γραφής του Καλομοίρη, τόσο για το σύνολο της ορχήστρας, όσο και για εκείνα τα όργανα που αναλαμβάνουν σολιστικό ρόλο. Απαιτείται σοβαρή προετοιμασία προκειμένου τα έργα να αποδοθούν με τρόπο που θα δικαιώσει τη μουσική του συνθέτη. Στη συγκεκριμένη συναυλία τα προβλήματα ήταν αρκετά και πολλών ειδών, τόσο που διερωτάται κανείς για το νόημα της επιλογής. Στο συμφωνικό ποίημα «Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι» η περισσότερο δραματική γραφή σε συνδυασμό με την απόδοση της ποίησης του Αγγελου Σικελιανού (από την ηθοποιό Αντιγόνη Φρυδά) επιτυγχάνουν ευκολότερα ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα. Η πρώτη Συμφωνία του Δραγατάκη, έργο αφιερωμένο στη νεολαία της Εθνικής Αντίστασης, τοποθετείται από κάθε άποψη –μορφής, αισθητικής, εκφραστικών μέσων κ.λπ.– συνειδητά και για ιδεολογικούς λόγους στον απόηχο των Συμφωνιών του Σοστακόβιτς. Η σαφής αφήγηση μέσα από μια μουσική γλώσσα οικεία στους μουσικούς της ορχήστρας, έδωσε την ευκαιρία στον Καρυτινό για μια ερμηνεία η οποία υποστήριζε το συναισθηματικά φορτισμένο περιεχόμενο του έργου, αλλά και τη μουσική του έκφραση.

Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 18 Μαΐου, στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» εμφανίστηκε ο πιανίστας Απόστολος Παληός για τους εκπαιδευτικούς σκοπούς του συλλόγου «Οι Φίλοι της μουσικής». Η δεξιοτεχνία, η ακρίβεια και η καθαρότητα του παιξίματος, ο έλεγχος της δυναμικής προφανώς αποτελούν προϋποθέσεις, χωρίς τις οποίες δεν έχει νόημα να αγγίξει κανείς έργα όπως η τρίτη Σονάτα του Αλεξάντρ Σκριάμπιν και η εκτενής πρώτη του Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Ως προς αυτό, ο κάθε φορά και καλύτερος πιανίστας υπήρξε εντυπωσιακός και δίκαια συνάρπασε το ακροατήριο. Ομως, ο «πυρετός» της μουσικής του Σκριάμπιν και το πληθωρικό μεταρομαντικό συναίσθημα του Ραχμάνινοφ απαιτούν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, στίξεις, ανάσες και εντάσεις οι οποίες θα αναδείξουν σαφέστερα και πληρέστερα όσα εκφράζουν με τη γραφή τους οι δύο Ρώσοι συνθέτες.

Πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία του Παληού φάνηκαν τα δύο αποσπάσματα από τη σουίτα «Γκογιέσκας» του Ενρίκε Γκρανάδος, «Ο έρωτας και ο θάνατος», όπως επίσης οι «Ερωτοτροπίες». Ο λυρισμός και η μελωδικότητα της μουσικής, στον αντίποδα των εκρήξεων του Σκριάμπιν και της συναισθηματικής υπερβολής του Ραχμάνινοφ, απέσπασαν από τον πιανίστα γοητευτικές ερμηνείες, στις οποίες η δεξιοτεχνία εντάχθηκε ως εκφραστικό εργαλείο, ερμηνεύοντας και αποκωδικοποιώντας το μουσικό κείμενο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ