Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Δίνουν Πανελλαδικές και οι γονείς;

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Τα παιδιά στην ηλικία των 10-12 ονειρεύονται να γίνουν μόνο πιλότοι, ραλίστες, τραγουδιστές, δάσκαλοι, ηθοποιοί, παρουσιαστές, ποδοσφαιριστές. Θα αργήσει η ηλικία στην οποία θα γνωρίζουν το επάγγελμα της αρεσκείας τους. Και αυτή πάντως δεν είναι στα 17-18 – πόσω μάλλον σε μια εποχή τόσο ρευστή στην αγορά εργασίας λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων. Το παιδί, φθάνοντας στη Β΄ Λυκείου, απλώς έχει αρχίσει να σκιαγραφεί μέσα του τον επιθυμητό στόχο σχολής, εκτός κι αν είναι τόσο αποφασισμένο από πολύ νωρίς, οπότε μάλλον θα πρέπει να ψάξουμε τον γονεϊκό δάκτυλο πίσω από μια τόσο σπάνια αποφασιστικότητα. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, να ακούσετε έναν 18χρονο να θέλει, όταν φτάσει στα 30, να γίνει δικαστής σε Ειρηνοδικείο για να εκδικάζει τις μικροδιαφορές μεταξύ των γειτόνων ή να επιθυμεί να γίνει οδοντίατρος στο Παγκράτι για να σφραγίζει κυνόδοντες!  Ή μήπως πιστεύουμε ότι ένας έφηβος μπορεί να έχει πάρει μια τόσο συνειδητή απόφαση που απαιτεί κατάθεση ψυχής ώστε να γίνει γιατρός ή νοσοκόμος; Όχι πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά είναι ελάχιστες.

Στην ηλικία του Λυκείου τα παιδιά θέλουν απλώς να συνεχίσουν στο πανεπιστήμιο στον κλάδο μαθημάτων στα οποία θεωρούν ότι έχουν έφεση και να ζήσουν την υπέροχη δεκαετία των 20!

Οι υποψήφιοι απεχθάνονται τις πανελλαδικές εξετάσεις, καθώς είναι απολύτως αντιπαραγωγικό στα μάτια ενός 18χρονου που θέλει να συνεχίσει τις σπουδές του να μπει στον σκληρό ανταγωνισμό με έναν φίλο, συμμαθητή και συνομήλικό του, με κίνδυνο να χάσει ακόμη και για μία μονάδα, παρότι θα έχει αριστεύσει. Γι’ αυτό και οι 18χρονοι κουράζονται πολύ, πιέζονται, αγχώνονται υπέρμετρα. Δίνουν πανελλαδικές εξετάσεις, αλλά δεν τις βιώνουν με κέφι, όπως θα τους επέτρεπε η ηλικία.

Αντίθετα, οι γονείς δεν τις «δίνουν», αλλά τις ζουν αγωνιώντας για την τυχόν αποτυχία του παιδιού. Όχι πως εν συνόλω πρέπει να τους αδικήσουμε γι’ αυτό. Το άγχος τους δικαιολογείται από τα έξοδα που αναλογίζονται ότι έχουν κάνει έως τότε σε φροντιστήρια, αλλά και τα έξοδα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν εάν το παιδί εισαχθεί σε σχολή μακριά από το πατρικό ή εάν αποτύχει.

Επίσης, οι γονείς είναι δικαιολογημένοι εν μέρει να έχουν άγχος, καθώς ποιος θα ήθελε το παιδί του να χρεωθεί σε ένα κρίσιμο βήμα της ζωής του μια αποτυχία; Η διαχείριση της αποτυχίας είναι το κομβικό στοιχείο. Πολλοί γονείς δεν γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν την αποτυχία του παιδιού, όχι διότι αγνοούν ότι είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο, αλλά διότι θεωρούν το παιδί προέκτασή τους και την αποτυχία του δική τους. Πώς θα μπορούσε ο δικός τους απόγονος να αποτύχει; 

Οι γονείς έχουν φτάσει σε μια ηλικία που δεν μπορούν να πάρουν εύκολα το ρίσκο της αποτυχίας, ενώ του 18χρονου παιδιού τους δεν του καίγεται... καρφάκι. Έχει όλη τη ζωή του μπροστά να αποτύχει όχι μία, αλλά αρκετές φορές.

Βλέπω λοιπόν κάθε χρόνο γονείς με άρτια επαγγελματική και κοινωνική εικόνα να «τρελαίνονται» το καλοκαίρι των εξετάσεων. Να ρωτούν από τις 10 το πρωί τον βαθμό δυσκολίας των θεμάτων, να ψειρίζουν κάθε πρόβλεψη για την πιθανή πορεία των βάσεων εισαγωγής, να πιστεύουν άκριτα κάθε «εκ των έσω» πληροφορία.

Τίποτε δεν θα απαλύνει το άγχος πριν από την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα τέλη Αυγούστου. Ούτε καν διακοπές δεν κάνουν πολλοί από την αγωνία, την ίδια στιγμή που ο κανακάρης τους (ή η πριγκίπισσά τους) αλωνίζουν ξέγνοιαστοι τα νησιά. Και αναρωτιέμαι: Τι θα προσφέρει ένα ουσιαστικό μάθημα ζωής στους γονείς, η επιτυχία ή η αποτυχία του παιδιού; ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ