ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Πιστοληπτική γραμμή στήριξης και ΔΝΤ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΛΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​επίσημη γραμμή της κυβέρνησης εξακολουθεί να συνίσταται σε καθαρή (sic) έξοδο στις αγορές από τα μέσα Αυγούστου και μετά χωρίς καμία (προληπτική) πιστοληπτική στήριξη. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Στουρνάρας, και δικαίως (κατά την γνώμη μου), επιμένει στην προληπτική γραμμή.

Οι τελευταίες εξελίξεις στη γειτονική Ιταλία δικαιώνουν τον κ. Στουρνάρα. Καθώς η πολιτική κρίση στην Ιταλία έφθασε στο κατακόρυφο, το ελληνικό (όπως και το ιταλικό) κόστος δανεισμού εκτοξεύθηκε. Πράγματι, μεταξύ της 24ης και της 29ης Μαΐου, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου «απογειώθηκε» από το 4,26% στο 4,80%, χωρίς (η αλήθεια να λέγεται) να έχουμε ως χώρα προβεί σε οικονομικές κινήσεις οι οποίες θα ενθάρρυναν θεσμικούς (και μη) επενδυτές να «ξεφορτωθούν» τα ελληνικά ομόλογα. Με άλλα λόγια, αρκεί μια σχετικά μικρή (προς το παρόν) πολιτική κρίση εντός της Ευρωζώνης να δημιουργήσει χρηματοοικονομική «φουρτούνα» στα δημοσιονομικά τεκταινόμενα στη χώρα μας. Τι σημαίνουν όμως αυτές οι εξελίξεις;

Σύμφωνα με το Global Competitiveness Report 2017-2018 (http://reports.weforum.org/global-competitiveness-index-2017-2018/competitiveness-rankings/) του Global Economic Forum, η Ιταλία κατατάσσεται σε θέματα ανταγωνιστικότητας στην 43η θέση μεταξύ 137 κρατών. Βρίσκεται δηλαδή 9 θέσεις κάτω από την Ισπανία και μία θέση κάτω από την Πορτογαλία. Παραμένει, όμως, 44 ολόκληρες θέσεις(!) πάνω από την Ελλάδα μας. Ειδικότερα όμως, σε θέματα δεοντολογίας και διαφθοράς, η Ιταλία «βυθίζεται» στην 81η θέση, 5 δηλαδή θέσεις κάτω από την Ισπανία και 40(!) ολόκληρες θέσεις κάτω από την Πορτογαλία. Ομως, η Ιταλία παραμένει 2 θέσεις πάνω από την Ελλάδα.

Οι διεθνείς επενδυτές είναι γνώστες των συγκεκριμένων στατιστικών στοιχείων. Με δεδομένο λοιπόν το ασφαλώς χειρότερο «σημείο εκκίνησης» από άποψη ανταγωνιστικότητας της Ιταλίας σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (ήτοι Ισπανία και Πορτογαλία), δεν θα πρέπει να εκπλήσσει κανέναν ότι οι επενδυτές (θα) αντιδρούν περισσότερο νευρικά (κάτι το οποίο ασφαλώς και αποτυπώνεται στο υψηλότερο κόστος δανεισμού) στις όποιες αρνητικές πολιτικές εξελίξεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην Ιταλία σε σχέση με ενδεχομένως ανάλογες εξελίξεις σε Ισπανία ή/και Πορτογαλία.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: Από τη στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται, σε θέματα ανταγωνιστικότητας, σε χειρότερη θέση από την Ιταλία, δεν πρέπει να προκαλεί καμία απολύτως έκπληξη ότι η (όποια) επίδραση «domino» στο ελληνικό κόστος δανεισμού θα είναι σαφώς δυσμενέστερη σε σχέση με την επίδραση στο κόστος δανεισμού της λοιπής περιφέρειας.

Το πρόβλημα δυστυχώς θα ενταθεί εάν το ΔΝΤ αποφασίσει τη συμμετοχή του στο (όποιο) μελλοντικό πρόγραμμα μόνο ως τεχνικός σύμβουλος. Πράγματι, η πρόσφατη διεθνής βιβλιογραφία (βλέπε: https://www.imf.org/external/pubs/ft/wp/2015/wp1519.pdf) συμπεραίνει ότι χώρες οι οποίες συμμετέχουν σε προγράμματα στήριξης του ΔΝΤ έχουν μικρότερη πιθανότητα να υποστούν μελλοντική τραπεζική κρίση σε σχέση με χώρες που δεν συμμετέχουν. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι επικρίνοντες το ΔΝΤ θα εστιάσουν την προσοχή τους στις απογοητευτικές προβλέψεις του Ταμείου. Πράγματι, την τελευταία 30ετία, το ΔΝΤ εκτιμά ύφεση σε 5 (κατά μέσον όρο) οικονομίες ετησίως ενώ, στην πράξη, διαψεύδεται παταγωδώς, καθώς 26 (κατά μέσον όρο) οικονομίες τελικά καταλήγουν σε ύφεση (https://www.ft.com/content/60581224-3335-11e8-b5bf-23cb17fd 1498)! Εάν όμως έχουν έτσι τα πράγματα, για ποιο λόγο χρειάζεται η συμμετοχή του ΔΝΤ ως τεχνικού συμβούλου; Δεν αποτελεί αυτό ωμή παραδοχή ότι όσοι (θα) παραμείνουν στο πρόγραμμα διαθέτουν χειρότερες τεχνικές γνώσεις από το Ταμείο, κάτι που εύλογα θα οδηγήσει τις αγορές στο εξαιρετικά αρνητικό (για το δικό μας κόστος δανεισμού) συμπέρασμα ότι η όποια μελλοντική εποπτεία θα αποτελέσει καθαρή παρωδία;

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του ερευνητικού τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ