Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:

Αριστείδης Μπαλτάς
Ο υπαρκτός ΣΥΡΙΖΑ

Σ​​το εξώφυλλο ο συγγραφέας αυτοσυστήνεται με μια φωτογραφία του. Περπατάει κυρτός από το βάρος των στοχασμών του πάνω στο Σινικό Τείχος. Είχε ταξιδέψει στην Κίνα ως υπουργός Πολιτισμού. Γι’ αυτό η φωτογραφία του εξωφύλλου μπορεί να εκληφθεί και ως εκδήλωση νοσταλγίας για τον καιρό της υπουργίας του.
Δεν είναι, όμως, σωστό να κρίνεις τα βιβλία από το εξώφυλλό τους. Ούτε από τον τίτλο τους. Το βιβλίο του Αριστείδη Μπαλτά έχει τίτλο «Ονόματα του Κομμουνισμού» και θα ήταν, ίσως, πιο πρόσφορο να το κρίνει κανείς από την (αυτο)παρουσίασή του. Από την πανηγυρική παρουσίασή του στο Μέγαρο Μουσικής, όπου χοροστάτησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και από τη γραπτή του παρουσίαση στον πρόλογο του πονήματος από τον ίδιο τον κυβερνητικό φιλόσοφο.
Οχι, προλέγει ο Μπαλτάς. Μην περιμένετε κρίσεις για τον ΣΥΡΙΖΑ και το «πείραμά» του. Το πείραμα συνεχίζεται και δεν έχει ακόμη συναντήσει «ένα σημείο ιστορικής στίξης». Γι’ αυτό και όλα τα κείμενα που συνθέτουν τον ογκώδη τόμο είναι της εποχής που ο πρωτόπλαστος ΣΥΡΙΖΑ κυκλοφορούσε ακόμη γυμνός στον κήπο με τις αυταπάτες.
Ο Μπαλτάς, όμως, περιμένει το σκάνδαλο και ομολογεί ότι θέλει να το προκαλέσει: Υπάρχει, γράφει, σχέση «όσων εκθέτει με όσα παραλείπει»· και «αναμένει αναγνώσεις (...) που θα εκλάβουν το περιεχόμενο του βιβλίου ως κάτι σαν αθεράπευτη ιδεοληψία». Ξέρει, με άλλα λόγια, ότι πολλοί είναι έτοιμοι να σκανδαλιστούν που ένας πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ βγάζει ένα βιβλίο που φέρει στον τίτλο του τη λέξη «κομμουνισμός».
Για να βρει τον κομμουνισμό, ο Μπαλτάς χρειάζεται να δραπετεύσει από την πραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κομμουνισμός του είναι «ανθρωπολογική» και «ιστορική σταθερά» και ζωογονείται από κάτι που ονομάζεται «πνεύμα της επανάστασης». Αυτό το «ακατάλυτο» και «αθάνατο» πνεύμα οπλίζει τον αγωνιστή ώστε να «μπορεί να αντιμετωπίσει όποια τύχη του επιφυλάσσει ο αγώνας γιατί ο ίδιος είναι φορέας της ιστορικής συνέχειας».
Μετάφραση: Μη βλέπετε τι κάνει ο παρών ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κριθεί στην αιωνιότητα. Οπως ο αληθινός κομμουνισμός δεν είχε σχέση με τα γκουλάγκ, έτσι και ο αληθινός, υπερούσιος ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει σχέση με τον Καμμένο. Δεν έχει σχέση με την πολιτική που «η τύχη τού επιφύλαξε» να εφαρμόζει.
Δεν πρέπει καν να έχει σχέση με την αποτυχία του ίδιου του Μπαλτά σε δύο υπουργεία μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια.
Επέκεινα του παρόντος κόσμου, κάπου στο τέλος της Ιστορίας, καιροφυλακτεί ένας ιδεατός ΣΥΡΙΖΑ. Τον υπαρκτό ΣΥΡΙΖΑ ήδη κανείς δεν θέλει να τον ξέρει.

Γιώργος Πατούλης
Παρδαλό ή χακί;

Υ​​πάρχει μια ανάγνωση του Μακεδονικού, δημοφιλής στους μετριοπαθείς κύκλους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το πρόβλημα, λένε, λειτουργεί σαν κοίτη για αλλότριες δυσαρέσκειες.

Τα συλλαλητήρια δεν εκφράζουν μόνο την αγωνία για το εθνικό θέμα. Είναι πεδίο έκφρασης και του συσσωρευμένου αντικυβερνητικού θυμού, ο οποίος δεν μπορούσε να περάσει από τα γραφειοκρατικά συνδικαλιστικά δίκτυα και τώρα, χάρη στο Μακεδονικό, βρίσκει διέξοδο στον δρόμο.

Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η αξιωματική αντιπολίτευση θα αυτοκτονούσε αν έδειχνε πιο διαλλακτική στο θέμα, όχι μόνο επειδή το 80% της συντηρητικής βάσης της –το ποσοστό δεν λέγεται τυχαία– διαφωνεί με οποιονδήποτε συμβιβασμό· θα αυτοκτονούσε, επειδή θα εμφανιζόταν να αντιτάσσεται στο πιο ευρύ αντιπολιτευτικό ρεύμα που έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα – στο πιο πηγαίο «φύγετε».

Η παράμετρος που η ανάλυση παραβλέπει είναι ότι το υπόρρητο «φύγετε» των συλλαλητηρίων δεν έχει όρια, ούτε είναι εύκολο να οριοθετηθεί άνωθεν. Ο θυμός είναι μάλλον καθολικά αντισυστημικός, παρά αντισυριζαϊκός. Και το εθνικό συναίσθημα, με το οποίο συνάπτεται ο θυμός, είναι ακόμη δυσκολότερο να καθοδηγηθεί. Ισως σε αυτήν τη φανερή δυσκολία πρέπει να αποδοθεί και το γεγονός ότι η στήριξη των στελεχών της Ν.Δ. στα συλλαλητήρια εκδηλώθηκε κυρίως εξ αποστάσεως. Δεν είναι ακίνδυνη η βουτιά στην πλατεία. Ηχηρή εξαίρεση ήταν, βέβαια, ο Γιώργος Πατούλης – που, ούτως ή άλλως, δεν είχε και πολύ πολιτικό κεφάλαιο να διακινδυνεύσει.

Βλέποντας τον Πατούλη οιστρήλατο στη σκηνή της Εδεσσας –ανάμεσα σε φλάμπουρα, λάβαρα και ράσα– δεν μπορούσε κανείς να αποφύγει δύο ερωτήματα: Πρώτον, δεν θα διέπρεπε ως δήμαρχος Εδεσσας ή, έστω, δήμαρχος Αργους; Και, δεύτερον, δεν είναι προτιμότερο να εκφράζει κάποιος με τα δικά του ροκοκό χαρακτηριστικά το φρόνημα που διεκδικούν να εκφράσουν οι απόστρατοι; Δεν είναι προτιμότερη η παρδαλότητα από την παραλλαγή;

Βλέποντας τον Πατούλη στην Εδεσσα, σκεφτόταν κανείς ποιος θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. Η σκέψη δεν είναι και πολύ παρηγορητική. Το κοινό των συλλαλητηρίων αναπληρώνει το χαμένο του εισόδημα με μια ψυχική πρόσοδο που υπό τις παρούσες συνθήκες μοιάζει ακαταμάχητη και αναντικατάστατη.

Δεν υπάρχει άλλη πηγή νοήματος εκτός από αυτή που κινητοποιεί τους ανθρώπους να βγάλουν τις σημαίες από τις ντουλάπες τους. Δεν υπάρχει, επειδή δεν υπάρχουν ούτε τα μέσα ούτε τα πρόσωπα για να δώσουν στον πατριωτισμό άλλο περιεχόμενο. Η επιλογή είναι μεταξύ Πατούλη και Καμπόσου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ