ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αμεση ανάλυση: Αντικειμενικές αξίες, ακόμη μια χαμένη ευκαιρία

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΕΝΦΙΑ, Φορολογία, ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Μία ακόμα χαμένη ευκαιρία για ουσιαστική μεταρρύθμιση της φορολογίας ακινήτων, έστω και με επίκεντρο τον εγγενώς άδικο ΕΝΦΙΑ, απώλεσε η κυβέρνηση.

Καθ’ όλη την διάρκεια των τελευταίων μηνών, όταν δηλαδή έγινε σαφές ότι η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών δεν θα μπορούσε να παραταθεί άλλο, το οικονομικό επιτελείο επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια «δημιουργικής λογιστικής», προκειμένου να επιτύχει δύο βασικά αποτελέσματα. Καταρχάς την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών χωρίς να θιγούν υπερβολικά οι χαμηλές οικονομικά κοινωνικές τάξεις και παράλληλα, να συνεχιστεί η βεβαίωση υψηλών φορολογικών εσόδων από τον συγκεκριμένο φόρο (άνω των 3 δισ ευρώ), προκειμένου να ικανοποιηθούν και οι δανειστές.

Η επιφανειακή αυτή προσέγγιση απέτυχε να προσεγγίσει την ουσία του προβλήματος, δηλαδή ότι ο ΕΝΦΙΑ επιβαρύνει υπερβολικά τα μεσαία στρώματα και κυρίως τους κατόχους αστικών ακινήτων, διαμερισμάτων και άλλων ακινήτων εντός των μεγάλων αστικών κέντρων. Στον αντίποδα, όσοι διαθέτουν εκτάσεις γης φορολογούνται ελάχιστα (1 ευρώ/στρέμμα), είτε πρόκειται για αγροτικές γαίες, είτε για παραθαλάσσια «φιλέτα» στα νησιά των Κυκλάδων.

Το ίδιο ισχύει και για τα εξοχικά στους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, τα οποία λόγω πολύ χαμηλών αντικειμενικών τιμών στις περιοχές της περιφέρειας, καταλήγουν να επιβαρύνονται ελάχιστα, συγκριτικά με ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, που έχει αξία κατά πολύ χαμηλότερη. Για να γίνει δικαιότερος ο φόρος, έχει προταθεί η δικαιότερη κατανομή του σε περισσότερους ιδιοκτήτες και όχι π.χ. η αύξηση του φόρου στους ήδη υπερβολικά επιβαρυμένους κατόχους διαμερισμάτων σε αστικές περιοχές.

Αλλη μια βασική αδικία του ΕΝΦΙΑ, η οποία επίσης δεν αντιμετωπίστηκε, είναι ότι ως βασική αξία υπολογισμού, λαμβάνεται η τιμή ζώνης και όχι η αντικειμενική αξία του ακινήτου. Δηλαδή, ο φόρος προκύπτει με βάση μια «θεωρητική» τιμή, η οποία αφορά στην αξία που έχει ένα νεόδμητο διαμέρισμα πρώτου ορόφου στην εκάστοτε περιοχή (τιμή ζώνης).

Επίσης, σε αντίθεση με τις αντικειμενικές αξίες, δεν λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητα του ακινήτου, ή η εμπορικότητά του (αν πρόκειται για κατάστημα). Απλώς, όσα ακίνητα είναι άνω των 25 ετών δεν έχουν αύξηση του φόρου (εφαρμόζεται συντελεστής ίσος με την μονάδα), ενώ όσα είναι νεότερα έχουν πολλαπλασιαστικό συντελεστή. Δηλαδή σε αυτά ο φόρος επαυξάνεται, παρότι ούτως ή άλλως, η τιμή ζώνης αφορά σε νεόδμητη κατασκευή!

Κανένα από τα παραπάνω ζητήματα δεν αντιμετωπίζεται με τον νέο ΕΝΦΙΑ. Επί της ουσίας δηλαδή, το Υπ. Οικονομικών, επικαλούμενο χρονική στενότητα (αν και το ζήτημα της εξομοίωσης των αντικειμενικών αξιών με τις εμπορικές, ήταν στην προεκλογική ατζέντα του 2015), επέλεξε να μην προχωρήσει σε μια συνολική αναθεώρηση του συστήματος υπολογισμού των αντικειμενικών αξιών, ώστε να είναι δικαιότερο και να ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα. Αλλο ένα θέμα που θίγουν φορείς της αγοράς ακινήτων είναι και η ίδια η χάραξη των ζωνών.

Οπως σημειώνουν, αυτή έχει παραμείνει αμετάβλητη από το 1985, όταν δηλαδή πρωτοεφαρμόστηκε το σύστημα των αντικειμενικών αξιών και παρότι μέχρι σήμερα, έχει αλλάξει πλήρως η εικόνα σε πολλές περιοχές των αστικών κέντρων, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται άρδην και η εμπορικότητα σε πολλά σημεία.

Υπενθυμίζεται ότι καθ’ όλη την διάρκεια της τελευταίας τριετίας, ο ΕΝΦΙΑ που έχει βεβαιωθεί στα νοικοκυριά της χώρας έχει ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ, αγγίζοντας μάλιστα τα 3,5 δισ ευρώ πέρσι. Από αυτά, εισπράττεται περίπου το 80-85%, γεγονός που έχει καταστήσει τον συγκεκριμένο φόρο ως τον πλέον επιτυχημένο διαχρονικά και ως εκ τούτου μόνιμο πια. Εφόσον δεν προβλέπεται, τουλάχιστον άμεσα, να γίνει ανταποδοτικός, μέσω της είσπραξής του από τους κατά τόπους δήμους, ή να μειωθεί, τουλάχιστον ας γίνει δικαιότερος για όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων της χώρας.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ