Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιώργος Κυρίτσης: Χαρτοπόλεμος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Το εξήγησε πολύ ωραία, με μια ακαταμάχητη ταυτολογία, ο Γιώργος Κυρίτσης: «Το “πετάω χαρτάκια” είναι “πετάω χαρτάκια”», είπε. Ηθελε να πει ότι οι ομάδες που δραστηριοποιούνται καθημερινά σε υπουργεία, πρεσβείες, δικαστήρια και συμβολαιογραφικά γραφεία δεν είναι ποινικού ενδιαφέροντος. Και σίγουρα δεν είναι χύμα. Εχουν στρατηγική. Ζυγίζουν τις ενέργειές τους ώστε να προκαλούν τον μέγιστο δυνατό αντίκτυπο, περνώντας σχεδόν πάντα κάτω από το ραντάρ του ποινικού νόμου.

Σύμφωνα με αυτήν τη συριζαϊκή οπτική, τον θόρυβο, που δίνει υπόσταση πολιτικού προβλήματος σε αυτές τις ενέργειες, τον προκαλεί η δεξιά υπεραντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο: Η πολιτική αποτελεσματικότητα του χαρτοπόλεμου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υποδοχή που του επιφυλάσσει η κυβέρνηση. Η ετοιμότητα του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ να δικαιολογεί πολιτικά αυτές τις πρακτικές οδήγησε στην αποχαλίνωσή τους. Χάρη σε αυτή την άνωθεν παθητική ενθάρρυνση, μια ομάδα του περιθωρίου καταφέρνει πλέον να μετράει σαν σταθερή συνιστώσα της δημόσιας ζωής.

Το «πετάω χαρτάκια», όμως, δεν εξαντλείται στο ασύμμετρο προπαγανδιστικό του αποτύπωμα. Εκτός από το «πετάω χαρτάκια», τελείται με την ίδια συχνότητα και το «μπουκάρω με κουκούλα» και το «βαράω με σφυριά». Το πώς μια τέτοια ακτιβιστική ρουτίνα θα μπορούσε απότομα να κλιμακωθεί σε βίαιη αλυσιδωτή αντίδραση φάνηκε την περασμένη εβδομάδα, όταν ο αστυνομικός φρουρός του Μ. Βαρβιτσιώτη χρησιμοποίησε προειδοποιητικά το όπλο του. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα είχε συμβεί σε περίπτωση αιματηρού ατυχήματος.

Ούτε είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς ότι από μια γενίκευση της βίας, η ζημιωμένη θα ήταν η κυβέρνηση – που μπορεί ακόμη, διά στόματος Τόσκα, να επαίρεται ότι επί των ημερών του δεν κάηκε η Αθήνα. Καίγεται μεν, αλλά τοπικά και ελεγχόμενα. Ο έλεγχος μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί.

Το μπανάλ ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση αφήνει να κακοφορμίζει ένα φαινόμενο που απειλεί και την ίδια. Η πολιτική απάντηση –που αψηφά τις θεωρίες περί άδηλης συνιστώσας– βλέπει την εγγενή δυσκολία του ΣΥΡΙΖΑ να κόψει τις ρίζες που τον συνδέουν με τον «δρόμο». Βλέπει, πρωτίστως, την επιδεινούμενη δίψα των παλαιών στελεχών του κόμματος για κάτι αριστερό που θα τους απολυμαίνει από τη συγκυβέρνηση και τα έργα της.

Το να αντιμετωπίζουν με συγκαταβατική κατανόηση τα απροσάρμοστα παιδιά της Αριστεράς είναι από τα λίγα πράγματα που μπορούν ακόμη να κάνουν για τη φρονηματική τους τόνωση – και την ψυχική τους εκτόνωση.

Αλλος γράφει εγχειρίδια διανοητικής νεκροφιλίας για το πτώμα του κομμουνισμού· άλλος καταγγέλλει οδυρόμενος αυτά που ο ίδιος ψήφισε· και όλοι μαζί ψάχνουν αριστερή νομιμοποίηση στα αισθήματά τους προς τα «παιδιά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ