ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Περιπλάνηση στην άβυσσο του Εγκον Σίλε

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Καρδινάλιος και Μοναχή», 1912

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν αρχίσει κανείς να απαριθμεί τα επίθετα που συνοδεύουν τον Εγκο Σίλε και το έργο του, δεν θα απομείνει χώρος για τίποτε άλλο. Γιατί, ο «πιο επιφανής εκπρόσωπος του αυστριακού εξπρεσιονισμού», στην πολύ σύντομη ζωή του (1890-1918), αναστάτωσε, προκάλεσε, επηρέασε, συνδιαμόρφωσε την τέχνη των αρχών του 20ού αιώνα.

Το πρωινό του Μαΐου στο Μουσείο Λέοπολντ στη Βιέννη, που φιλοξενεί (έως τις 4 Νοεμβρίου) τη μεγαλύτερη έκθεση με έργα του Σίλε, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τον θάνατό του, είναι ζεστό και φωτεινό. Μέχρι να μπεις στην αίθουσα απ’ όπου αρχίζει η περιήγηση στον Σίλε, με δύο μεγάλα έργα: Ο «Καθιστός γυμνός άνδρας», 1910 (αυτοπροσωπογραφία) και οι «Ερημίτες», 1912. Το πρώτο, με ανοιχτά πόδια, με τα μέλη ανολοκλήρωτα και μιαν αίσθηση αποσπασματικότητας, το πρόσωπο να μισοφαίνεται πίσω από το ανασηκωμένο χέρι· το δεύτερο, δύο ανδρικές σκοτεινές φιγούρες, καλυμμένες με μακρύ ράσο, βλέμμα –όπως όλα του Σίλε– γυρισμένο λες το μέσα-έξω. «Το ζωγράφισα μέσα από ένα όραμα, παρά από υπαρκτά σχέδια», έχει πει.

Η σειρά των έργων στην έκθεση δεν είναι χρονολογική αλλά «θεματική», χωρισμένη στους βασικούς άξονες που τον απασχόλησαν στη διάρκεια του ταραχώδους εικαστικού βίου του: ο εαυτός, μητέρα και παιδί, γυναίκα, τοπία, πόλεις, πορτρέτα... Υδατογραφίες, σχέδια, σκίτσα, επιστολές, φωτογραφίες. Η περιπλάνηση στο σύμπαν του είναι σαν μια σπειροειδής κατάδυση στο υποσυνείδητο. Στρέφεσαι για να αντικρίσεις το επόμενο έργο και το πρόσωπο ή η «διαλυμένη» μορφή του προηγούμενου σε ακολουθούν. Οσο και να αναγνωρίζεις τον Εγκον Σίλε –δεν μπερδεύονται εύκολα οι γραμμές και τα θέματά του– η διαδρομή στο Λέοπολντ είναι αποκαλυπτική. Διαβάζω για την «έντονη σχέση του ζωγράφου με την πραγματικότητα», και το μεταφράζω σφοδρή σύγκρουση με τη ζωή. Ισως αυτή είναι η λέξη «μου»: σύγκρουση. Η αμείλικτη «σωματικότητα», το γυμνό του είναι υπαρξιακό· η εξωστρέφεια, είναι εικόνες ψυχής. Προφανώς, «συνομιλεί» με το βιεννέζικο περιβάλλον του 1900, τον μέντορά του Γκούσταβ Κλιμτ, τα κινήματα της εποχής (το αρ νουβό), αλλά είναι και απείθαρχος, οργισμένος, βλάσφημος. Και ταυτόχρονα εύθραυστος. Τόσο, απροσδόκητα, εύθραυστος.

Η αμφίθυμη σχέση με τη μητέρα του (Μαρί Σίλε), η οποία έτρεφε μεγάλη στοργή για τον γιο της αλλά ταυτόχρονα απαιτούσε και την οικονομική στήριξή του, ζητώντας του να μπει στον ρόλο του πατέρα που πέθανε νωρίς· η εμμονή του με τα αγόρια και τα κορίτσια· η αποτύπωση-εξερεύνηση του γυναικείου σώματος που έκλεινε μέσα της όχι μόνο σεξουαλικότητα, ερωτισμό και αισθαντικότητα αλλά και την ευθραυστότητα της ύπαρξης· τα ανθρωπομορφικά στοιχεία στα τοπία του, στα σπίτια, στα δέντρα αλλά και στα αστικά τοπία του. «Εχω διαπιστώσει ότι το να ζωγραφίζεις τη φύση είναι χωρίς νόημα για μένα. Δημιουργώ μάλλον τοπία από μνήμες... Περισσότερο παρατηρώ τη σωματικότητα των βουνών, του νερού, των δέντρων και των λουλουδιών, τα ίδια σκιρτήματα χαράς και πόνου στα φυτά όπως και στους ανθρώπους», έλεγε.

Ο Εγκον Σίλε πέθανε 28 χρονών εξαιτίας της επιδημίας της ισπανικής γρίπης, μαζί με τη γυναίκα του και το αγέννητο παιδί τους. Η φράση του «η περιπλάνησή μου περνά πάνω από αβύσσους» συνοψίζει όλη τη ζωή του. Θα επέστρεφα στη Βιέννη μόνο και μόνο για να τον ξανασυναντήσω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ