Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Στις δύσβατες εκτάσεις της πλατωνικής «Πολιτείας»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κώστας Βαρώτσος, Υδρόγειος, 2018, σίδερο και γυαλί. Από την έκθεση «Γλυπτική» στο Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη. Εγκαίνια: Πέμπτη 21 Ιουνίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

H ​​«Πολιτεία» του Πλάτωνα, σε απόσπασμα της οποίας εξετάστηκαν τις προάλλες οι μαθητές στις πανελλαδικές τους, είναι μια καλή αφορμή για να ξανασκεφτούμε ένα θέμα που έρχεται και ξανάρχεται στις «πανελλαδικές» των μεγάλων: ποια η σχέση μας με τους αρχαίους Ελληνες, πώς αυτοπροβαλλόμαστε στο κάτοπτρό τους, πόσο στ’ αλήθεια τους γνωρίζουμε, τι λογής πλάσμα είναι ο διαβόητος «ελληνοχριστιανισμός» κ.ο.κ. Οσοι κρίνουν ανέκαθεν «βατό» το θέμα αυτό, δεν θα καθυστερήσουν με αναγνώσεις, αναζητήσεις, αναλύσεις, αναστοχασμούς. Περήφανοι σαν κληρονόμοι, αρκούνται στα γονίδια, που διαθέτουν και γλωσσική πτυχή, χάρη στην οποία κατανοούμε τα αρχαία μ’ έναν αυτόματο ψυχικό μεταφραστή. Αυτό το χάρισμά μας όμως αφήνει ανεξήγητη την ύπαρξη φροντιστηρίων αρχαίας ελληνικής, αλλά και το ότι δεν αρίστευσαν όλοι μα όλοι οι μαθητές στην προσπέλαση του διδαγμένου κειμένου της «Πολιτείας», καθώς και του αδίδακτου, της αριστοτελικής «Ρητορικής».

Οι κατά δήλωσή τους ελληνολάτρες δεν ενδιαφέρονται να σκεφτούν αν αυτοπροβαλλόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο στον καθρέφτη των αρχαίων, αν είναι ένας ο καθρέφτης ή πολλοί, αν υπάρχουν ραγισματιές που θολώνουν το είδωλο. Το ότι η ελληνική αρχαιότητα δεν είναι μία και ιδεώδης δεν τους απασχολεί, αφού πορεύονται μ’ ένα κίβδηλο ίνδαλμα στο μυαλό τους. Ενα ίνδαλμα που πολλοί γύρω μας, ανάμεσά τους και ισχυροί διαμορφωτές της κοινής γνώμης, πιστεύουν ότι ταυτίζεται με την αναμφίλεκτη αλήθεια: οι αρχαίοι τα είπαν όλα (ακόμα και σε ανεύρετους τότε τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας) και τα είπαν σοφά· τα έπραξαν όλα και τα έπραξαν σωστά· δεν δανείστηκαν τίποτε κι από κανέναν (άρα ανθέλληνας ο Ηρόδοτος, που κατηγορήθηκε άλλωστε και από κάποιον ψευδο-Πλούταρχο για την ανθελληνική «κακοήθειά» του, ανθέλληνας και ο Πλάτων, που παραδεχόταν ότι κάτι έπαιρναν οι Ελληνες από τους γειτονικούς λαούς και πολιτισμούς, έστω και για να το επεξεργαστούν καλύτερα)· οι αρχαίοι ήταν όλοι τους ίδιοι, ίσοι, ελεύθεροι και πεπαιδευμένοι, όλοι ενάρετοι, απολύτως ταιριαστοί με το ηρωικό πρότυπο.

Με όλες αυτές τις ψευδαισθησιογόνες εξιδανικεύσεις ενταφιάζεται η ιστορία, απλώς δεν ξέρουμε πού ακριβώς είναι ο τάφος της: στη Μητροπόλεως, όπου βρισκόταν επί δεκαετίες το υπουργείο Παιδείας, μια μηχανή παραγωγής ανιστόρητων ιδεολογημάτων; στο Πεντάγωνο, αφού ο στρατός με την ηθικοεθνική του διαπαιδαγώγηση στερέωνε διά προσταγών και ποινών την υπακοή στη μία και μόνη αλήθεια, που εκπορευόταν από την ιδεοληπτική επίσημη εκπαίδευση; στο «όρος των κεραιών», τον Υμηττό δηλαδή, όπου βρίσκονται οι κεραίες των καναλιών, τα οποία, όταν αναφέρονται σε τέτοια θέματα, μηρυκάζουν τις πατροπαράδοτες «βεβαιότητες»;

Το μόνο βέβαιο είναι πως οι αρχαίοι αδικούνται βαριά, όταν δεν τους αντιμετωπίζουμε σαν ανθρώπινα πλάσματα αλλά σαν ημίθεους, στις φλέβες των οποίων κυλάει ο ιχώρ των Ολυμπίων και όχι ταπεινό αίμα. Τον αιώνιο και οικουμενικό σεβασμό όμως τον αξίζουν επειδή όσα στοχάστηκαν κι όσα έπραξαν –στην τέχνη, στην πολιτική, στη φιλοσοφία, στην επιστήμη– τα στοχάστηκαν και τα έπραξαν σαν άνθρωποι, με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, τις αστοχίες και τα πάθη τους. Και δεν στοχάστηκαν όλοι τα ίδια (από σκληρές φιλοσοφικές διενέξεις άλλο τίποτε), ούτε συμφωνούσαν οι αντιλήψεις τους για τη διακυβέρνηση, την ελευθερία, τη θρησκεία. Δεν βρέθηκαν καν όλοι στο ίδιο στρατόπεδο, συμπολεμιστές, όταν κινδύνευε η Ελλάδα από εισβολείς. Ελληνες ήταν και οι μηδίσαντες. Και δεν ήταν μόνο κάποια φιλόδοξα ή εξωνημένα άτομα, αλλά και πόλεις ολόκληρες.

Γραμμένη μάλλον το 375 π.Χ. η «Πολιτεία», ανάμεσα σε πάμπολλα άλλα περιέχει και την εμβληματική αλληγορία του σπηλαίου. Οταν την πρωτοδιάβασα, αρκετά παλιά, στην (ανολοκλήρωτη) μετάφραση του Ιωάννη Γρυπάρη την προσέγγισα περίπου σαν μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας, σαν μια πρώιμη ουτοπία, τη μοναδική που σώθηκε ακέραιη. Πολύ λίγα ξέρουμε για άλλες ουτοπίες, που γεωγράφησαν ευφάνταστα τόπους ευδαιμονίας πριν από τον Τόμας Μουρ και την «Ουτοπία» του ή τον Τομάζο Καμπανέλλα και την «Πολιτεία των Νήσων». Δυστυχώς ο χρόνος στάθηκε φειδωλός σε πληροφορίες για την «Πολιτεία των Νήσων του Ηλιου» του Ιάμβουλου λ.χ. ή την «Παγχαία» του Ευήμερου του Μεσσήνιου.

Οταν ξαναδιάβασα την «Πολιτεία», αποσπασματικά ομολογώ, μεταφρασμένη από τον Ν.Μ. Σκουτερόπουλο (Πόλις, 2002), σαν φιλοσοφικό περί δικαίου διάλογο (ή μονόλογο) πια, στο μυαλό μου υπήρχαν και όσα είχαν σωθεί από διαβάσματα βιβλίων αφιερωμένων στη μελέτη της «Πολιτείας» (ή της πλατωνικής φιλοσοφίας γενικότερα). Το πολύμορφο περιεχόμενο του πλατωνικού έργου (δικαιοσύνη, ηθική και πολιτική, Αγαθό, αθανασία της ψυχής, έλεγχος των υπαρχόντων πολιτευμάτων, σχεδιασμός μιας ιδεώδους πολιτείας όπου κυβερνούν φιλόσοφοι ή φιλοσοφούντες πολιτικοί και από την οποία αποπέμπεται η «μιμητική» ποίηση, ο Ομηρος δηλαδή και οι τραγικοί) προκάλεσε αλληλοσυγκρουόμενες αναγνώσεις από γραμματολόγους, διανοητές αλλά και πολιτικούς. Ο Αυστριακός στοχαστής Καρλ Πόππερ, για παράδειγμα, στο βιβλίο του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της», τη θεωρεί πρόδρομο και εμπνευστή των ολοκληρωτισμών που στιγμάτισαν τον 20ό αιώνα (οι εθνικοσοσιαλιστές της Γερμανίας π.χ. αυτοπροσδιορίζονταν με ρητή αναφορά στους πλατωνικούς «φύλακες»). Την άποψή του την αντέκρουσε ο Γερμανός φιλόσοφος Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, που συναριθμεί τον Πλάτωνα στους πατέρες της φιλελεύθερης και χριστιανικής. Αλλά και ο Ν.Μ. Σκουτερόπουλος καταθέτει την ένστασή του, κρίνοντας ότι «ο Πόππερ και άλλοι “μοντέρνοι αντιπλατωνικοί”» εκλαμβάνουν «πεπλανημένα» την «Πολιτεία» «ως πολιτικό μανιφέστο και πολιτικό πρόγραμμα για εφαρμογή στην πράξη», ενώ πρόκειται για «μια εξεικόνιση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου», για «μια ιδιότυπη αλληγορία με την οποία προβάλλονται ορισμένες θεμελιώδεις αρχές και αξίες και επισημαίνονται οι σκιές της υφιστάμενης κατάστασης».

Δεν είναι βατό θέμα η πλατωνική «Πολιτεία». Δύσβατο είναι. Το κείμενο ξεκινάει με μια φράση παγιδευτική για μας τους Νεοέλληνες, που ίσως πιστέψουμε ότι τα πράγματα εδώ είναι απλά και εύληπτα: «Κατέβην χθες εις Πειραιά μετά Γλαύκωνος του Αρίστωνος». Κι ύστερα αρχίζει μια διήγηση που ανασυσταίνει μια άλλη διήγηση για κάποια παλαιότερη συζήτηση. Κι όλα αυτά με εσωτερικότερο συντάκτη τη σωκρατική ειρωνεία, που, όπως επισημαίνει ο Σκουτερόπουλος, αποτυπώνεται στη φράση του Σωκράτη «επελαθόμην ότι επαίζομεν», ξέχασα ότι παίζουμε. Η ίδια ειρωνεία οργανώνει άλλωστε και τον «Κρατύλο», οδηγώντας τον Σωκράτη σε διασκεδαστικές παρετυμολογίες. Οσοι δεν πήραν είδηση τη φιλοπαίγμονα ειρωνεία του συνεχίζουν να δοξάζουν την ελληνική γλώσσα σαν μόνη «φυσική»...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ