ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

To 2018 γιορτάζεται παγκοσμίως η 100ή επέτειος από τη γέννηση του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν. Μυθική, ακαταμάχητη, πληθωρική φυσιογνωμία, «διονυσιακός» μαέστρος, σε αντίθεση με τον «απολλώνιο» Χέρμπερτ φον Κάραγιαν.

Τον πρωτοσυνάντησα στο Παρίσι, όταν πήγα να του πάρω συνέντευξη για το πρώτο μου βιβλίο, «Μaestro: Encounters with Conductors of Today». Βρισκόταν εκεί για ηχογραφήσεις με την Ορχήστρα του Παρισιού και το ραντεβού μας είχε προγραμματιστεί για τις 12 το μεσημέρι στο ξενοδοχείο «Κριγιόν» στην πλατεία Κονκόρντ.

Εφθασα γεμάτη ενθουσιασμό, κάθισα στο φουαγιέ και περίμενα... 12.15, 12.30, 12.45... Ετοιμαζόμουν να φύγω όταν, μέσα από την κυλιόμενη πόρτα, χοροπηδώντας γοργά και φορώντας κασκέτο και σαλοπέτα, πρόβαλλε ο «Λένι», φρέσκος από «το μάθημα μπαλέτου με τον Ρούντι!» (Ρούντολφ Νουρέγιεφ). Γονάτισε μπροστά μου, ζήτησε χίλια συγγνώμη και ανακοίνωσε ότι, για να εξιλεωθεί, θα μου έδινε όχι μόνο μία αλλά πολλές απανωτές συνεντεύξεις και ότι θα μπορούσα να τον ακολουθήσω σε πρόβες, ηχογραφήσεις και γεύματα ολόκληρο το Σαββατοκύριακο. Πολύ νέα ακόμη ούσα, πήδηξα από χαρά μέσα μου και τον ακολούθησα στη σουίτα του.


Με τη Μελίνα Μερκούρη στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης το 1983, λαμβάνοντας τιμητικούς τίτλους στο αμερικανικό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Ο έρωτας

Αφού μου έδειξε μερικές πιρουέτες που μόλις είχε μάθει από τον Νουρέγιεφ –την 5η και τη 13η ποζισιόν– έκανε ντους κι εμφανίστηκε φορώντας μια εντυπωσιακή πολύχρωμη μεταξωτή ρόμπα («δώρο από τον Φράνκο Τζεφιρέλι»), και άνοιξε το παράθυρο για να εισπνεύσει τον φρέσκο, φθινοπωρινό αέρα και να απολαύσει τη θέα του Παρισιού το οποίο λάτρευε. «Ομως», αναστέναξε, ήταν λυπηρό ότι ποτέ δεν το είχε επισκεφθεί ερωτευμένος, «γιατί ο έρωτας είναι αυτό που σου δίνει τις καλύτερες αναμνήσεις μιας πόλης». Επειτα ξεκινήσαμε επιτέλους την πρώτη μας συνέντευξη, προτού αναχωρήσουμε για το στούντιο.

Ομως, για ποιον Λέοναρντ Μπέρνσταϊν να μιλήσει κανείς; Για τον μουσικό διευθυντή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης; Για τον συνθέτη τριών συμφωνιών, δύο χορωδιακών έργων, τριών έργων για μπαλέτο, τριών μιούζικαλ (εξ αυτών, ένα από τα πιο σημαδιακά και δημοφιλή του χώρου, το «Ουέστ Σάιντ Στόρι»), καθώς επίσης και βραβευμένων με Οσκαρ σάουντρακ, όπως για την ταινία «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954) του Ελία Καζάν, με τους Μάρλον Μπράντο, Ροντ Στάιγκερ; Ή, πάλι, για τον πιανίστα βραβευμένων ηχογραφήσεων κοντσέρτων; (Αργά τη νύχτα έκατσε επί 40 ολόκληρα λεπτά στο πιάνο για να μου εξηγήσει συγκεκριμένες δυσκολίες και προβλήματα στην ερμηνεία του Μότσαρτ).

Ή για τον παιδαγωγό Μπέρνσταϊν, δεινό ρήτορα με φαινομενικό επικοινωνιακό ταλέντο, ιδρυτή των ζωντανών και τηλεοπτικών προγραμμάτων, μέσα από τα οποία μυήθηκε στη μουσική μια ολόκληρη γενιά Αμερικανών; Ή, τέλος, για τον συγγραφέα Μπέρνσταϊν, ο οποίος υπογράφει το βιβλίο «Το αναπάντητο ερώτημα» (The Unanswered Question, 1969 – τίτλος εμπνευσμένος από το ομότιτλο συμφωνικό έργο του Αμερικανού μουσουργού Τσαρλς Αϊβς), βασισμένο σε έξι διαλέξεις του στο Χάρβαρντ που μεταδόθηκαν και τηλεοπτικά;

Για τον σκοπό μου προείχε ο μαέστρος Μπέρνσταϊν. Το ίδιο βράδυ, στο μπιστρό κοντά στην αίθουσα, όπου μόλις είχε ηχογραφήσει τα πρώτα δύο μέρη του διαβόητου για την τεχνική δυσκολία του 3ου Κοντσέρτου για πιάνο του Ραχμάνινοφ, διευθύνοντας και καπνίζοντας συγχρόνως, έλεγε ότι «ψοφούσε για ένα ουίσκι», αλλά φοβούμενος ότι θα μπορούσε να επηρεάσει την απόδοσή του στο τελευταίο μέρος, αποφάσισε να περιοριστεί σε ένα Ρικάρ.

«Η διεύθυνση ορχήστρας», μου εξήγησε, «είναι ένα από τα πολλά μυστήρια της μουσικής. Αγαπώ τη διεύθυνση γιατί αγαπώ τους μουσικούς και το κοινό για το οποίο παίζουμε. Πρόκειται για μια μεγάλη ιστορία αγάπης. Αλλά είναι και μυστήριο γιατί είναι η δυνατότερη ιστορία αγάπης της ζωής σου. Και συμπεριλαμβάνει πάνω από εκατό ανθρώπους. Είναι απίστευτη εμπειρία να έχεις εκατό ανθρώπους ν’ αναπνέουν και να πάλλονται συγχρόνως. Υπάρχουν στιγμές που σχεδόν δεν αντέχεται… Λατρεύω αυτό το επίκεντρο του μυστηρίου της τέχνης του μαέστρου. Κάθε ορχήστρα που διευθύνω είναι μια ιστορία αγάπης. Μπορεί να είναι οποιαδήποτε ορχήστρα, η Φιλαρμονική της Βιέννης, της Νέας Υόρκης, του Βερολίνου, του Λονδίνου, ή και μια μαθητική ορχήστρα. Οταν καταφέρεις να θυμίσεις στα μέλη της το κίνητρο, την αγάπη τους για τη μουσική, που τους ώθησε να διαλέξουν αυτό το επάγγελμα, ξυπνάς μέσα τους όλο το πάθος, όλη τη σχεδόν σεξουαλική διέγερση που ένιωθαν στην αρχή της καριέρας τους και τότε το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό. Είχα μια τέτοια εμπειρία με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας όταν παίξαμε την 9η του Μάλερ»...


Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, Δημήτρης Μητρόπουλος, Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, Ζάλτσμπουργκ, 15 Αυγούστου 1959.

Το ρίσκο

«Πολλοί κριτικοί λένε ότι διευθύνω τα έργα του Μάλερ “πληθωρικά”, ότι τονίζω υπερβολικά τις ενδείξεις δυναμικής και τέμπου, καθώς και τις λεκτικές ενδείξεις που απλόχερα γράφει ο συνθέτης στο περιθώριο της παρτιτούρας. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι ανοησία γιατί στον Μάλερ είναι αδύνατον να υπερβάλεις αρκετά!

Πρέπει να διευθύνεις οποιαδήποτε συμφωνία του με όλη σου την καρδιά, όλα σου τα ζουμιά, ψυχή τε και σώματι. Και πρέπει να έχεις το θάρρος να ρισκάρεις, π.χ., να παίξεις την τελευταία σελίδα της 9ης, όπου η μουσική σιγά σβήνει, με ένα τέμπο τόσο αργό ώστε να μοιάζει σχεδόν αδύνατον... γιατί αυτή είναι η πεμπτουσία του τέλους αυτού του έργου: περιγράφει τη στιγμή του θανάτου και ο ήχος πρέπει σιγά να διαλύεται ώσπου τελικά να σβήσει»...

«Πώς ξέρω αν μια συναυλία είναι πραγματικά εξαιρετική; Φυσικά ξέρω αν δεν είναι καλή – όπως προφανώς το ξέρουν και όλοι όσοι είναι παρόντες. Ή όταν είναι απλά βαρετή, γιατί ξαφνικά αρχίζω να παρατηρώ συνειδητά τα φώτα στην αίθουσα ή κάτι άλλο στον χώρο. Υπάρχουν, όμως, και οι συναυλίες που εγώ θεωρώ καλές, όταν αισθάνομαι σα να συνθέτω το έργο ο ίδιος εκείνη τη στιγμή – τώρα θα βάλουμε τα κοντραμπάσα, μετά τα τρομπόνια, μετά τη χορωδία… πρόκειται για ανεπανάληπτη εμπειρία, σα να συνθέτω επί τόπου ένα έργο που γνωρίζω πολύ καλά.

Στο τέλος τέτοιων παραστάσεων, που εγώ θεωρώ καλές, χρειάζομαι μερικά λεπτά για να συνέλθω και ν’ αντιληφθώ πού βρίσκομαι –σε ποια αίθουσα, σε ποια πόλη– ή ποιος είμαι. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι υπάρχει χειροκρότημα, ότι πρέπει να υποκλιθώ. Είναι πολύ δύσκολο… αλλά θεσπέσιο. Ενα είδος έκστασης που δεν είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από απώλεια του Εγώ σου. Εσύ, όπως σε ξέρεις, δεν υπάρχεις. Είναι το ίδιο είδος έκστασης που βιώνεις κατά τη διάρκεια της σύνθεσης, όταν έχεις έμπνευση. Δεν αντιλαμβάνεσαι ούτε τι ώρα είναι ούτε τι συμβαίνει γύρω σου».

Συναντηθήκαμε ξανά δύο φορές ένα μήνα αργότερα στη Νέα Υόρκη, στο διαμέρισμά του στο εικονικό Αρ Νουβό κτίριο Ντακότα, στη δυτική πλευρά του Σέντραλ Παρκ (μπροστά στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Τζον Λένον), αλλά εδώ υπήρχε μια διάχυτη μελαγχολία... Το προηγούμενο βράδυ είχε πεθάνει στενός συνεργάτης του και ενώ ακούγαμε πλέιμπακ από πρόσφατη ηχογράφηση της 14ης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς, δάκρυσε πολλές φορές. Ετσι δεν τον πίεσα για μία ακόμη συνέντευξη, αλλά έμεινα σε αυτή την αξέχαστη ματιά στον άλλο, εσωτερικό εαυτό του...


Στα νιάτα του, στο διαμέρισμά του, στο Ουέστ Σάιντ της Νέας Υόρκης, 24 Φεβρουαρίου του 1945.

* Η κ. Ελενα Ματθαιοπούλου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του «Μaestro: Encounters with Conductors of Today», μεταξύ άλλων. Τελευταίο της βιβλίο στα ελληνικά, «Σχεδιαστές μόδας στην όπερα» (εκδ. Καπόν).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ