ΕΛΛΑΔΑ

Ο ύπαρχος που εμψύχωνε τον Ιατρίδη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ*

Το θωρηκτό «Αβέρωφ» σε βολή, γυμνάσια του στόλου, 1929. Εκείνη τη χρονιά αποφοίτησε ο Βασίλειος Ασλάνογλου από τη Σχολή Δοκίμων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον Ιούλιο του 2017 πέθανε η γιαγιά μου, Αλεξάνδρα (Λιλή) Ασλάνογλου. «Εφυγε» πλήρης ημερών, στα 97 της. Είχε προηγηθεί χρόνια πριν ο παππούς μου, Γεώργιος. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο της γιαγιάς, η κόρη της, και μητέρα μου, Ειρήνη, ξεκίνησε την τακτοποίηση του άδειου πλέον πατρικού. Εκεί ανακάλυψε έναν κρυμμένο θησαυρό: ένα εκπληκτικό αρχείο με φωτογραφίες, διπλώματα, μετάλλια, σημειώσεις, ημερολόγια τα οποία ανήκαν όλα στον θείο της μητέρας μου, τον Βάσο. Ο Βάσος ή Βασίλειος Ασλάνογλου (αναφέρεται και ως «Αρσλάνογλου») είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με το που η μητέρα μου με πληροφόρησε για την ύπαρξη αυτού του θαμμένου αρχείου που τώρα ερχόταν στο φως, κατάλαβα ότι εδώ υπήρχε μια ωραία ιστορία. Ξεκίνησα λοιπόν τη σχολαστική οργάνωσή του με απώτερο σκοπό να γίνει κάποτε βιβλίο.

Η ιστορία είναι αυτή: ο Βάσος Ασλάνογλου γεννήθηκε στη Μερσίνη της Κιλικίας της Μικράς Ασίας το 1908. Ηταν ο δεύτερος από τρία αδέλφια: τα άλλα δύο ήταν ο Γεώργιος (ο παππούς μου) και ο Ντίνος.

Τα τρία αγόρια θα αποκτήσουν «πληρεστέρα, ελληνοπρεπή» παιδεία (όπως γράφει ένα οικογενειακό έγγραφο) στη Χίο, όπου και θα εγκατασταθεί ολόκληρη η οικογένεια.

Εμφορούμενοι ίσως από το πνεύμα των εθνικών αγώνων του 1912-13, οι γονείς «εθεώρησαν καθήκον να διαθέσουν τον ένα εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος. Η διαλογή έπεσε επί του Βασιλείου, ως τον καταλληλότερον λόγω σωματικής διαπλάσεως και πνευματικής δυναμικότητος».


Υποβρύχιο «Γλαύκος», επιστρέφοντας από την περιπολία, Ιούλιος 1941 (ο κυβερνήτης Β. Ασλάνογλου κάτω από το κανόνι, προς τα αριστερά).

Η επιλογή

Ο κλήρος έπεσε στον Βάσο λοιπόν, ο οποίος απ’ όλες τις στρατιωτικές σχολές προτίμησε το «ναυτικόν στάδιον», με άλλα λόγια το Πολεμικό Ναυτικό.

Ο Βάσος δίνει εξετάσεις και περνά σε άριστη σειρά (3ος) στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία αποφοίτησε το 1929, πρώτος στην τάξη του, («λαβών το πρωτείον της αρχαιότητος, το οποίο διετήρησε μέχρι θανάτου»). Μάλιστα, έχει διασωθεί ένα καταπληκτικό χειρόγραφο ημερολόγιο 16 σελίδων «εκπαιδευτικού πλου» του 1929, όπου περιγράφεται ένα άκρως εξωτικό θαλασσινό ταξίδι με το πλοίο «Αρης»: Μάλτα – Τύνιδα – Αλγέρι – Γιβραλτάρ – Κανάριοι Νήσοι (Λας Πάλμας) – Καντίθ – Σεβίλλη – Καζαμπλάνκα.


Ο πλωτάρχης Βασίλειος Ασλάνογλου (1908-1942).

Το 1935, ο Βάσος κατετάγη εθελοντικώς στα υποβρύχια, ιδανικός γι’ αυτόν κλάδος μιας και δεχόταν αποκλειστικά τους ικανότερους επαγγελματικά αξιωματικούς. Εκείνη την εποχή, και έως τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Βασιλικό –τότε– Πολεμικό Ναυτικό διέθετε συνολικά έξι υποβρύχια. Τα δύο πρώτα είχαν παραγγελθεί το 1925 στο εργοστάσιο Ateliers et Chantiers de la Loire της πόλης Νάντης της Γαλλίας («Κατσώνης Υ-1» και «Παπανικολής Υ-2») και παραλήφθηκαν το 1927. Τα άλλα τέσσερα, κάπως πιο σύγχρονα («Πρωτεύς Υ-3», «Νηρεύς Υ-4», «Τρίτων Υ-5» και «Γλαύκος Υ-6») παραγγέλθηκαν το 1927 στα ναυπηγεία του γαλλικού ναυτικού (Chantiers Navals Francais) στην πόλη Μπλενβίλ και παραλήφθηκαν μεταξύ 1927 και 1930.


Ο πλωτάρχης Βασίλειος Ασλάνογλου (1908-1942) ως κυβερνήτης του Υ/Β «Γλαύκος» με τον κυβερνήτη του Υ/Β «Νηρέας» Αλέξανδρο Ράλλη.

Το ξέσπασμα του πολέμου το 1940 βρήκε τον Βάσο ύπαρχο του υποβρυχίου «Παπανικολής» (Y-2), το οποίο πρόσφερε στο Πολεμικό Ναυτικό τις πρώτες του επιτυχίες κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Στη διάρκεια της θητείας του εκεί, ο Βάσος τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Β΄ Τάξεως. Μάλιστα, ο ίδιος ο κυβερνήτης του «Παπανικολή», πλωτάρχης Μίλτος Ιατρίδης, πρότεινε την απονομή ηθικής αμοιβής στον εκλεκτό του ύπαρχο: «Θεωρώ επιβεβλημένο να επαναλάβω τη ζωηρή μου εντύπωση από τη λαμπρή διαγωγή του υπάρχου μου, υποπλοιάρχου Ασλάνογλου. Υπήρξαν δύσκολες στιγμές, κατά τις οποίες εγώ ο ίδιος σκεπτόμουν εάν έπρεπε να διακόψω την αποστολή μου. Ο ύπαρχός μου σε καμιά περίπτωση δεν σκέφθηκε κάτι τέτοιο. Για μένα, αυτό υπήρξε ευπρόσδεκτη βοήθεια για να παραμείνω στον σκοπό. Θεωρώ κέρδος για την Υπηρεσία να εισηγηθώ την ηθική αμοιβή του υποπλοιάρχου Ασλάνογλου».

Η διαφυγή

Στα τέλη του Απριλίου 1941, με φόντο τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, και μέσα σε συνθήκες σύγχυσης και αναποφασιστικότητας, ο στόλος τελικά διαφεύγει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου και καταφθάνει στις 2 Μαΐου.

Εκεί, ένα μήνα μετά, τον Ιούνιο του ’41 ο πλωτάρχης Β. Ασλάνογλου ονομάζεται κυβερνήτης του υποβρυχίου «Γλαύκος» (Y-6). Το σκάφος ήταν σε κακή κατάσταση: σε μια κατασκευαστική αστοχία στη μόνωση της δεξιάς μηχανής, η οποία το άφησε εκτός δράσης καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, ήρθε να προστεθεί υπέρβαση του ορίου ζωής – κάτι που ίσχυε όμως και για όλα τα άλλα ελληνικά υποβρύχια. Επιπροσθέτως, υπήρχε έλλειψη ανταλλακτικών, με συνέπεια μηχανικοί και πλήρωμα να καταφεύγουν στις γνωστές ελληνικές αυτοσχέδιες «πατέντες» για να καταστήσουν τα σκάφη αξιόπλοα.

Εν τέλει, τον Ιούλιο του 1941 καταφέρνουν να βγουν για την πρώτη πολεμική περιπολία, στην οποία ο «Γλαύκος» σημειώνει τις πρώτες επιτυχίες του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς.


Βολή τορπίλης: Η στιγμή που εκσφενδονίζεται η βολίδα από τους τορπιλοσωλήνες για να βρει τον στόχο της.

Ο ηρωικός του θάνατος στη Μάλτα και η τύχη των δύο αδελφών του

«Υμάς, επιτελείον και πλήρωμα συγχαίρω και ευχαριστώ διά την καλήν αρχήν», διαβάζουμε σε τηλεγράφημα του υπουργού Ναυτικών υποναύαρχου Σακελλαρίου προς τον κυβερνήτη του «Γλαύκου». Οχι τόσο για τις επιτυχίες τις ίδιες, αλλά για την τόλμη και επιμονή του να παραμείνει στην περιοχή περιπολίας παρά τη βεβαιωμένη ύπαρξη υπέρτερων εχθρικών δυνάμεων, στον Βάσο Ασλάνογλου απονέμεται για δεύτερη φορά ο Πολεμικός Σταυρός Β΄ Τάξεως, και ο ίδιος, η διοίκηση Υποβρυχίων και ο ελληνικός στόλος εν γένει, αλλά και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση δέχονται τα συγχαρητήρια του ναυτικού διοικητή Ανατολικής Μεσογείου των συμμαχικών δυνάμεων, σερ Αντριου Κάνινγχαμ.

Τον Νοέμβριο του 1941 ο «Γλαύκος» αναγκάζεται να καταπλεύσει στη Μάλτα, με σκοπό να περάσει από εκεί εκτεταμένες επισκευές. Ομως, καθώς αποτελούσε το ορμητήριο των συμμαχικών υποβρυχίων, που αντιπροσώπευαν τη σημαντικότερη απειλή για τον ανεφοδιασμό του Ρόμελ, η Μάλτα βρισκόταν υπό τους συνεχείς, ανελέητους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Γερμανών.


Απ’ όλες τις στρατιωτικές σχολές, ο Βάσος Ασλάνογλου προτίμησε το «ναυτικόν στάδιον», με άλλα λόγια το Πολεμικό Ναυτικό.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1942, ο κυβερνήτης του «Γλαύκου» πλωτάρχης Ασλάνογλου και ο ύπαρχός του ανθυποπλοίαρχος Κωστάκος βγαίνουν από το καταφύγιο προκειμένου να ελέγξουν αν το δεμένο υποβρύχιο είχε πληγεί από τον βομβαρδισμό που είχε προηγηθεί λίγα μόλις λεπτά πριν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όμως, επαναλήφθηκε ένα ακόμα μπαράζ βομβαρδισμού. Οι δύο άνδρες πέφτουν νεκροί από τα εχθρικά πυρά.

Οι σοροί τους επαναπατρίστηκαν με τιμές μετά την απελευθέρωση το 1946 και προς τιμήν του πεσόντος πλωτάρχη το Π.Ν. ονόμασε «ΑΡΣΛΑΝΟΓΛΟΥ» μια κανονιοφόρο που παρέλαβε από τις ΗΠΑ το 1947.

Στο μεταξύ, η υπόλοιπη οικογένεια Ασλάνογλου, η μητέρα και τα αδέλφια του Γιώργος και Ντίνος, περνούν την Κατοχή στην Αθήνα. Με την έναρξη του Εμφυλίου, ο Ντίνος επιστρατεύεται στον Εθνικό Στρατό ως έφεδρος αξιωματικός και βρίσκει τον θάνατο επί του πεδίου της μάχης στα Τρόπαια της Αρκαδίας, τον Φεβρουάριο του 1948.

Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ο μεγάλος αδελφός τους, Γεώργιος, συνελήφθη όμηρος από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Τον γλίτωσε από βέβαιη εκτέλεση ένας Ελασίτης, εργάτης στο ίδιο εργοστάσιο, τους Μύλους Αγίου Γεωργίου, όπου ο Γεώργιος Ασλάνογλου εργαζόταν ως διευθυντής προσωπικού. Πριν από τον πόλεμο ο άνθρωπος αυτός αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Παρακάλεσε λοιπόν τον διευθυντή προσωπικού να τον βοηθήσει και ο τελευταίος τον μετέθεσε σε ευκολότερο πόστο. Τα έφερε έτσι η μοίρα και σε αντάλλαγμα ο εργάτης αυτός του έσωσε τη ζωή τον Δεκέμβριο του 1944.

* Ο κ. Γιάννης Παπαδόπουλος είναι εκδότης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ