ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η άλλη κρίση εμπιστοσύνης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Οι σημαίες της Ελλάδας και της Ε.Ε. κυματίζουν στο κτίριο της Τραπέζης της Ελλάδος. Η δεύτερη, κάποια στιγμή, κινδύνευσε με υποστολή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον περασμένο Ιούλιο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προκάλεσε αναταραχή στην ελληνική τραπεζική αγορά και έντονο εκνευρισμό στη Φρανκφούρτη αναφέροντας σε έκθεσή του για την Ελλάδα ότι οι τράπεζες θα χρειάζονταν νέα κεφάλαια ύψους 10 δισ. ευρώ. Ο Γιάννης Στουρνάρας επικοινώνησε τηλεφωνικώς τότε με τον Πόουλ Τόμσεν, επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ. Σύμφωνα με μία εκδοχή, είχαν μια συνομιλία σε υψηλούς τόνους. Ο Δανός τεχνοκράτης καταλόγισε στον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος πρόθεση να προστατεύσει τους ολιγάρχες. Ο κ. Στουρνάρας απάντησε με λόγια που δεν μπορούν να τυπωθούν σε μια εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας. Το ζήτημα μεταφέρθηκε στους προϊσταμένους των δύο ανδρών, με τον Μάριο Ντράγκι να επικρίνει την Κριστίν Λαγκάρντ για τη στάση του Ταμείου (πηγές του ΔΝΤ αρκέστηκαν να σχολιάσουν στην «Κ» ότι ο κ. Τόμσεν είχε πάντα μια φιλική και εποικοδομητική σχέση με τον κ. Στουρνάρα).

Το επεισόδιο ήταν σύμπτωμα της ευρύτερης διάστασης απόψεων μεταξύ των Ευρωπαίων και του Ταμείου σε σχέση με τον τραπεζικό τομέα (και όχι μόνο), κατά τη διάρκεια της δεύτερης κυβερνητικής θητείας του Αλέξη Τσίπρα. Είχε προηγηθεί μια περίοδος, στα πρώτα χρόνια των μνημονίων, κατά την οποία τα μέλη της τρόικας απείχαν από την ενεργό παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα. Η συστολή αυτή βασιζόταν σε μια αρχική ερμηνεία της ελληνικής κρίσης, βάσει της οποίας οι τράπεζες ήταν τα αθώα θύματα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Σταδιακά, αυτή η ερμηνεία υποχώρησε και οι τράπεζες θεωρήθηκαν μέρος του προβλήματος. 

Η «Κ», μέσα από συνεντεύξεις με πρώην και νυν υπουργούς, τραπεζικά στελέχη, κεντρικούς τραπεζίτες και Ευρωπαίους αξιωματούχους, επιχείρησε να καταγράψει την εξέλιξη αυτή – και πώς τη διαχειρίστηκαν οι επίσημοι πιστωτές, εστιάζοντας ειδικά στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. 

Η διπλή έκθεση στην Ελλάδα και το PSI

Πώς κατέληξε η EKT να συμμετέχει ως επόπτης του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας; «Η απόφαση ελήφθη για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή θεωρήθηκε –και από κράτη-μέλη της Ε.Ε.–  ότι η ΕΚΤ, ως μέλος της τρόικας, θα συνέβαλλε στην καλύτερη στήριξη του οικονομικού προγράμματος, μεταξύ άλλων, σε αναλυτικό και τεχνικό επίπεδο. Δεύτερον, επειδή θα είχε πληρέστερη πληροφόρηση για τις οικονομικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα», εξηγεί ο Λουκάς Παπαδήμος, αντιπρόεδρος της ΕΚΤ έως τον Ιούνιο του 2010 και μετέπειτα πρωθυπουργός. Και συμπληρώνει: «Η ΕΚΤ έπρεπε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τους κινδύνους από αυξανόμενες πιέσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και στις αγορές χρεογράφων που θα απειλούσαν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στη χώρα». Επιπλέον, προσθέτει ο κ. Παπαδήμος, «Η κεντρική τράπεζα ήταν “εκτεθειμένη” στην Ελλάδα, με την παροχή χρηματοδότησης στις ελληνικές τράπεζες που είχαν αποκλειστεί από τις αγορές (με το waiver για τα ελληνικά ομόλογα ώστε να είναι αποδεκτά ως ενέχυρο, που εγκρίθηκε στις αρχές Μαΐου 2010), καθώς και με την αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, που αποφασίστηκε λίγο αργότερα, μετά την απόφαση των κρατών-μελών να συστήσουν το EFSF».

Για ορισμένους, η θέση αυτή της ΕΚΤ –επόπτης του ελληνικού προγράμματος αλλά και επικίνδυνα εκτεθειμένη σε πιθανή χρεοκοπία κράτους και τραπεζών– ήταν ανώμαλη. Συνήθως, σε προγράμματα του ΔΝΤ η κεντρική τράπεζα της χώρας που προσφεύγει είναι στην άλλη πλευρά του διαπραγματευτικού τραπεζιού. 

Η επιμονή του Μαζούχ

Η εποχή του μνημονίου έφερε στην Ελλάδα, ως εκπρόσωπο της ΕΚΤ, τον Κλάους Μαζούχ. Ο κ. Μαζούχ ήταν ο πιο διακριτικός εκ των τριών αρχικών τροϊκανών. Ωστόσο, «επέμενε πάρα πολύ συνεχώς σε ένα θέμα: να μειωθεί η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από το ευρωσύστημα», θυμάται ο Γ. Παπακωνσταντίνου. «Εμείς του λέγαμε ότι αυτό δεν είναι εφικτό, δεν υπήρχε άλλη πηγή χρηματοδότησης».

Ο τότε υπουργός Οικονομικών δεν θυμάται τον αξιωματούχο της ΕΚΤ να θέτει ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης ή διαπλοκής στις τράπεζες την περίοδο εκείνη. H τρόικα μάλιστα ήταν αρχικά απρόθυμη να εγκρίνει πρόταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να δαπανηθούν λίγο πάνω από 1 εκατ. ευρώ για εις βάθος μελέτη (due diligence) των πρακτικών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Τελικά πείσθηκε – και ενέκρινε στη συνέχεια δεύτερη μελέτη, σχετικά με δάνεια προς συνδεδεμένα μέρη (related party lending). Οι εκθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερες συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα.

Οι τράπεζες συνέχισαν να διακρατούν τα ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους. Ο λόγος, εξηγεί ο τότε διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γ. Προβόπουλος, δεν ήταν επειδή τους πίεζε η κυβέρνηση: «Κανείς δεν πίστευε τότε [σ.σ.: πριν από τη συμφωνία Μέρκελ-Σαρκοζί στην Ντοβίλ] ότι θα γίνει αναδιάρθρωση και τα ελληνικά ομόλογα τότε εξασφάλιζαν μεγάλες αποδόσεις. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν τα ομόλογα ως ενέχυρα ώστε να δανείζονται φθηνά από την ΕΚΤ». 

Την περίοδο εκείνη, σημειώνει ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, μέλος έως το τέλος του 2011 της ισχυρής εξαμελούς Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, «βασιζόμασταν στους εθνικούς επόπτες για τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας των τραπεζικών συστημάτων των κρατών-μελών. Υπήρχε μία γενική καχυποψία ότι οι διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών ωραιοποιούσαν την εικόνα στη χώρα τους, αλλά έτειναν να αλληλοϋποστηρίζονται». Η εξαίρεση του κινδύνου των κρατικών ομολόγων από τα τεστ αντοχής, αναφέρει, «κάτι στο οποίο επέμεναν οι διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών», ενέτεινε τον σκεπτικισμό της Εκτελεστικής Επιτροπής.

Τον Φεβρουάριο του 2012 κλείνει η συμφωνία για το PSI και το δεύτερο μνημόνιο. Tα ελληνικά ομόλογα στην κατοχή της ΕΚΤ, αλλά και των εθνικών κεντρικών τραπεζών, εξαιρούνται – κάτι που, σύμφωνα με στενό σύμβουλο της Γερμανίδας καγκελαρίου, έθεσε ως απαραίτητο όρο ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Στις τελευταίες εβδομάδες της πρωθυπουργίας Παπαδήμου, η ΕΚΤ δέχθηκε να μετρήσει ως μεταβατικά κεφάλαια τα 25 από τα 40 δισ. ευρώ που προορίζονταν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών (η οποία θα αργούσε έναν χρόνο ακόμα), ώστε να συνεχίσουν να λαμβάνουν χρηματοδότηση από τον ELA. 

Στασιμότητα σε νέο σκηνικό

Επί διακυβέρνησης Σαμαρά, ενώ στην Ευρώπη οικοδομείται η τραπεζική ένωση (ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός ή SSM αναλαμβάνει επισήμως την εποπτεία των συστημικών τραπεζών στην Ευρωζώνη τον Νοέμβριο του 2014), στην Ελλάδα γιγαντώνεται το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Από 16% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου στα τέλη του 2011 φτάνουν το 31,9% τον Δεκέμβριο του 2013.

Στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών εξακολουθούν να υπηρετούν επιχειρηματίες με τεράστιες οφειλές προς τα ιδρύματα τα οποία διοικούν. Σε περιπτώσεις παλαιών επιχειρηματικών πελατών με μεγάλες οφειλές, όπως εξηγεί κορυφαίο στέλεχος της εποχής, οι διοικήσεις προτιμούσαν να δίνουν βραχυπρόθεσμες λύσεις – «απέφευγαν τις δραστικές αναδιαρθρώσεις και έσπρωχναν τις τελικές αποφάσεις στο μέλλον». Τα βάρη του παρελθόντος, σε ορισμένες περιπτώσεις η κακοδιαχείριση και η πίεση της ύφεσης, οδηγούν σε δραματική αναδιάταξη και συγκέντρωση του κλάδου, με τους χαμένους να μιλούν για διακριτική μεταχείριση υπέρ συγκεκριμένων παικτών εκ μέρους των εποπτικών αρχών.

Παρόλ’ αυτά, το παλαιό καθεστώς, με τη στήριξη των Ευρωπαίων που εξακολουθούν να θεωρούν υπέρτατο στόχο την αποτροπή του δημοσίου ελέγχου στις τράπεζες, παραμένει ακλόνητο. Η νομοθεσία για την ανακεφαλαιοποίηση επιτρέπει τη διατήρηση του ελέγχου των τραπεζών από τους ιδιώτες με κάλυψη μόνο του 10% των ΑΜΚ. «Ηταν μία νίκη του στάτους κβο», λέει ο Xρήστος Σκλαβούνης, πρόεδρος τότε του ΤΧΣ.

Το ΤΧΣ, εξηγεί ο κ. Σκλαβούνης, «είχε μόνο κίνδυνο απώλειας, δεν μπορούσε να επωφεληθεί από αύξηση της τιμής των μετοχών, ενώ του αφαιρέθηκαν και τα δικαιώματα ψήφου στις τράπεζες όπου οι ιδιώτες έβαλαν το 10%, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εξυγίανσή τους». Για άλλους, ωστόσο, ο περιορισμός των εξουσιών του βασικού μετόχου, που εκπροσωπούσε το Δημόσιο, ήταν μία συνετή δικλίδα ασφαλείας – ειδικά απέναντι σε ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που ήθελαν την αποκατάσταση ενός ισχυρού κρατικού βραχίονα στις τράπεζες.

Στα τέλη του 2014, θεσμοθετήθηκαν κάποιες (μάλλον άτολμες) αλλαγές στο νομικό πλαίσιο για τα κόκκινα δάνεια και οι συστημικές τράπεζες είχαν δημιουργήσει ειδικά τμήματα για την πιο ενεργή διαχείριση των κόκκινων δανείων τους. Ο τυφώνας ΣΥΡΙΖΑ, όμως, θα ανέτρεπε τα σχέδιά τους, και θα δοκίμαζε μέχρι το όριο τις αντοχές τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ