ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Ο Πόλεμος των Εξι Ημερών (Ιούνιος 1967) άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τον πολιτικό αλλά και τον δημογραφικό χάρτη της περιοχής. Μέσα στα νέα –μη αναγνωρισμένα διεθνώς– σύνορά του Ισραήλ διαβιούσαν πλέον πάνω από 1.000.000 Αραβες Παλαιστίνιοι. Αλλοι 250.000 πρόσφυγες κατέφυγαν στην Ιορδανία, αυξάνοντας την παρουσία του προσφυγικού παλαιστινιακού στοιχείου στη χώρα.

Πλέον, περίπου το ήμισυ του πληθυσμού της αποτελούνταν από Παλαιστίνιους πρόσφυγες.

Παράλληλα, με τη συντριπτική ήττα της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας στον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967 προκλήθηκε μια νέα φάση ριζοσπαστικοποίησης των Παλαιστινίων. Σύντομα, το 1968-69, η ηγεσία της PLO (η οποία είχε ιδρυθεί το 1964 με πρωτοβουλία της

Αιγύπτου ως χαλαρή οργάνωση-«ομπρέλα» και ως ένα μέσο άσκησης ελέγχου των Παλαιστινίων από τα αραβικά κράτη) πέρασε στα χέρια του Γιάσερ Αραφάτ και των συνεργατών του, που μέχρι τότε ηγούνταν της στρατιωτικής οργάνωσης Φατάχ.

Η νέα παλαιστινιακή ηγεσία θεώρησε ότι οι Παλαιστίνιοι έπρεπε να πάρουν πλέον τις τύχες τους στα χέρια τους, καθώς τα αραβικά κράτη είχαν αποδειχθεί ανίκανα (ή απρόθυμα) να προασπίσουν τα παλαιστινιακά συμφέροντα. Οφειλαν οι ίδιοι να κλιμακώσουν τον αγώνα εναντίον του Ισραήλ με ανορθόδοξο πόλεμο. Επίσης, έπρεπε να πιεστεί η Δύση στην κατεύθυνση της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους.


Ο Χουσεΐν ανακοινώνει τη σύναψη ανακωχής με τους φενταγίν.

Κλιμάκωση επιθέσεων από τους Παλαιστινίους κατά του Ισραήλ

Την ίδια στιγμή, η κατάσταση παρέμεινε εξαιρετικά τεταμένη στα σύνορα του Ισραήλ με τα γειτονικά αραβικά κράτη. Η κατάπαυση του πυρός δεν αποτέλεσε αφετηρία για την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών. Ηδη, από το 1968 κλιμακώθηκαν οι επιδρομές της PLO (με ορμητήριο κυρίως την Ιορδανία) και τα ισραηλινά στρατιωτικά αντίποινα εναντίον της Ιορδανίας. Θερμά επεισόδια λάμβαναν χώρα και στη μεθόριο Ισραήλ-Συρίας αλλά και πέριξ του Σουέζ, όπου πλέον οι ισραηλινές δυνάμεις γειτνίαζαν με τις αιγυπτιακές. Τον Μάρτιο του 1969 ξέσπασε εκεί και ο Πόλεμος της Φθοράς με ανταλλαγές πυροβολικού, αεροπορικές επιδρομές και αερομαχίες, καθώς και καταδρομικές επιχειρήσεις ανάμεσα στις αιγυπτιακές και στις ισραηλινές δυνάμεις.

Παράλληλα, η ηγεσία της PLO εφάρμοζε μια στρατηγική φθοράς και διεξαγωγής ανορθόδοξου πολέμου εναντίον του Ισραήλ. Ομως, μικρότερες – αλλά ιδιαίτερα εξτρεμιστικές– παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως το PFLP και το DFLP, τάχθηκαν υπέρ της εξαπόλυσης πληγμάτων και στο εξωτερικό. Αυτές αποσκοπούσαν να διεθνοποιήσουν το παλαιστινιακό πρόβλημα, να τραβήξουν την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης και να ασκήσουν πίεση στη Δύση ώστε να υιοθετήσει στάση πιο φιλική έναντι της παλαιστινιακής υπόθεσης. Τότε ξεκίνησε το φαινόμενο της διεθνούς τρομοκρατίας. Αρχικά, το 1968-69, οι στόχοι στο εξωτερικό ήταν ισραηλινών συμφερόντων – όπως πρεσβείες ή επιβατικά αεροσκάφη των ισραηλινών αερογραμμών. Ομως, ήδη από το 1970 οι τρομοκρατικές ενέργειες επεκτάθηκαν και σε μη ισραηλινούς στόχους στη Δυτική Ευρώπη. Εξαρση γνώρισαν ιδίως οι αεροπειρατείες. Μία σειρά τέτοιων περιστατικών θα αποτελούσε τελικά τη θρυαλλίδα για τη σύγκρουση των ιορδανικών δυνάμεων με την PLO.


Παιδιά σε καταυλισμό προσφύγων έξω από το Αμμάν, τον Οκτώβριο του 1970.

Η PLO στρέφεται κατά του βασιλιά Χουσεΐν

Η Ιορδανία όχι μόνο φιλοξενούσε τη μεγάλη πλειονότητα των Παλαιστίνιων προσφύγων, αλλά προσέφερε και υποστήριξη και αυτονομία στις κινήσεις της PLO και των μικρότερων παλαιστινιακών οργανώσεων. Μέχρι τις αρχές του 1970, ωστόσο, η PLO και τα πιο εξτρεμιστικά παρακλάδια της είχαν καταστεί κράτος εν κράτει στην Ιορδανία. Ηλεγχαν πλήρως τα παλαιστινιακά προσφυγικά στρατόπεδα στη χώρα, αλλά, επίσης, οπλοφορούσαν ανενόχλητοι σε όλη την επικράτεια (ακόμα και στην πρωτεύουσα Αμμάν) και συχνά προέβαιναν σε πράξεις αντιποίησης αρχής ή και σε επιθέσεις εναντίον Ιορδανών αστυνομικών και στρατιωτικών. Το πρώτο εξάμηνο του 1970 τα πιο εξτρεμιστικά στοιχεία είχαν αρχίσει να καλούν ανοικτά και στην ανάγκη εκθρόνισης του Ιορδανού βασιλιά Χουσεΐν και της δυναστείας των Χασεμιτών. Σύντομα έλαβαν χώρα και δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Χουσεΐν. Οι παλαιστινιακές ενέργειες απειλούσαν πια ευθέως τη θέση και τη ζωή του μονάρχη και τη σταθερότητα στη χώρα, ενώ το Αμμάν επιδίωκε πλέον την παύση των σκληρών ισραηλινών στρατιωτικών αντιποίνων που ακολουθούσαν έπειτα από κάθε επιδρομή των Παλαιστίνιων φενταγίν. Υπέρ μιας δυναμικής αντίδρασης στις παλαιστινιακές αυθαιρεσίες τασσόταν και η ηγεσία των ιορδανικών ενόπλων δυνάμεων.

Παράλληλα, η ένταση αυξήθηκε τον Ιούλιο του 1970, όταν τόσο ο Αιγύπτιος ηγέτης Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ όσο και ο Χουσεΐν αποδέχθηκαν επί της αρχής το σχέδιο Ρότζερς, δηλαδή τη μεσολαβητική προσπάθεια των ΗΠΑ για ειρήνευση ανάμεσα στο Ισραήλ και στους Αραβες. Ακολούθησε ο τερματισμός του Πολέμου της Φθοράς με πρωτοβουλία του Νάσερ. Για άλλη μία φορά οι Παλαιστίνιοι ένιωσαν προδομένοι. Ο Αραφάτ και οι πιο εξτρεμιστές Παλαιστίνιοι ηγέτες απέκρουσαν το σχέδιο ως βάση διαπραγματεύσεων και κατήγγειλαν τον Νάσερ και τον Χουσεΐν.


Φενταγίν ελέγχουν την ιορδανική πόλη Ιρμπίντ.

Οι επιχειρήσεις κατά των φενταγίν και η εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα

Σε αντίδραση για το σχέδιο Ρότζερς, στις 6 Σεπτεμβρίου μαχητές του PFLP προχώρησαν σε αεροπειρατεία και στην κατάληψη τριών επιβατικών αεροσκαφών δυτικών αεροπορικών εταιρειών. Δύο από αυτά προσγειώθηκαν στην Ιορδανία, ενώ τρεις ημέρες αργότερα κατέφτασε εκεί άλλο ένα αεροσκάφος που κατέλαβαν Παλαιστίνιοι αεροπειρατές. Βασικό αίτημά τους ήταν η ανταλλαγή των επιβατών και πληρωμάτων με Παλαιστίνιους φενταγίν που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο Ισραήλ και σε κράτη της Δύσης. Επίσης, επιδίωκαν να στρέψουν την προσοχή της Δύσης στο παλαιστινιακό ζήτημα. Επειτα από μερικές ημέρες η πλειονότητα των ομήρων απελευθερώθηκε, αλλά 54 παρέμειναν σε ομηρία για αρκετές ακόμα ημέρες. Ωστόσο, στις 12 Σεπτεμβρίου οι αεροπειρατές ανατίναξαν τα τρία αεροσκάφη σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση.

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και οδήγησε τον βασιλιά Χουσεΐν στην απόφαση να εκδιώξει την PLO και να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο στη χώρα του. Στις 16 Σεπτεμβρίου παύθηκε η κυβέρνηση και κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος. Την επομένη ο ιορδανικός στρατός επενέβη πλήττοντας θέσεις Παλαιστίνιων φενταγίν στο Αμμάν και σε άλλες πόλεις.

Οι Παλαιστίνιοι πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση στις οχυρωμένες θέσεις που ήλεγχαν. Η αδυναμία των ιορδανικών δυνάμεων να καταπνίξουν άμεσα την αντίσταση παρείχε τη δυνατότητα σε ξένες αραβικές κυβερνήσεις να επέμβουν υπέρ των Παλαιστινίων. Πράγματι, στις 18 Σεπτεμβρίου κινήθηκε η Συρία. Ισχυρές συριακές δυνάμεις προέλασαν στο ιορδανικό έδαφος, αποσκοπώντας είτε στην πτώση του ιορδανικού καθεστώτος είτε στη δημιουργία ασφαλούς «καταφυγίου» για τους Παλαιστινίους στη βόρεια Ιορδανία. Δεδομένης της στρατοπέδευσης μιας ιρακινής τεθωρακισμένης μεραρχίας στην ανατολική Ιορδανία από το 1967, ελλόχευε ο φόβος και μιας ιρακινής επέμβασης στο πλευρό των Παλαιστινίων. Τότε, ο Χουσεΐν απηύθυνε έκκληση προς ΗΠΑ και Βρετανία για άμεση υποστήριξη. Ενώ η δεύτερη αρνήθηκε, η προεδρία Νίξον απέστειλε τον 6ο Στόλο στα ανοικτά του Ισραήλ και του Λιβάνου, ως μοχλό πίεσης προς τα αντιδυτικά αραβικά κράτη (εμμέσως και προς τη Σοβιετική Ενωση). Τελικά, οι ιρακινές δυνάμεις δεν παρενέβησαν στη σύγκρουση – δεν πρέπει να λησμονείται ότι το ιρακινό σουνιτικό καθεστώς Μπάαθ και το αντίστοιχο συριακό αλεβιτικό/σιιτικό καθεστώς έτρεφαν βαθιά αμοιβαία εχθρότητα. Στις 22 Σεπτεμβρίου, ο Χουσεΐν διέταξε συντονισμένη αντεπίθεση με χερσαίες και αεροπορικές δυνάμεις εναντίον των συριακών δυνάμεων εισβολής. Η συριακή αεροπορία δεν επενέβη. Αφενός, η Μόσχα κάλεσε το καθεστώς της Δαμασκού σε αυτοσυγκράτηση, ενώ υπήρχε και ο φόβος ισραηλινής επέμβασης στο πλευρό των Ιορδανών. Αφετέρου, υπήρξε αδυναμία συντονισμού της συριακής επιχείρησης διότι μαινόταν αγώνας εξουσίας ανάμεσα στον Σύρο πρόεδρο στρατηγό Τζαχίντ και στον έτερο ισχυρό άνδρα του καθεστώτος Μπάαθ, τον υπουργό Αμυνας στρατηγό Χαφέζ Αλ Ασαντ. Εχοντας υποστεί βαριές απώλειες, οι συριακές δυνάμεις υποχώρησαν στη Συρία. Σύντομα, με αφορμή και την αποτυχημένη συριακή επέμβαση, ο Ασαντ ανέτρεψε τον Τζαχίντ και ανέλαβε την εξουσία (Νοέμβριος 1970).


Ιορδανοί στρατιώτες φρουρούν Παλαιστίνιους αιχμαλώτους κοντά στο αεροδρόμιο του Αμμάν.

Οι συνέπειες

Ελεύθερες πια από εξωτερικούς περισπασμούς, οι ιορδανικές δυνάμεις συνέχισαν τις επιχειρήσεις εναντίον της PLO, ανακτώντας τον έλεγχο πολλών περιοχών και πόλεων της χώρας. Οι Παλαιστίνιοι φενταγίν υπέστησαν βαριές απώλειες. Οι νεκροί εκτιμώνται σε περίπου 3.000 (πολλοί εξ αυτών άοπλοι άμαχοι), ενώ χιλιάδες αιχμαλωτίστηκαν (έστω προσωρινά). Οι ιορδανικές δυνάμεις είχαν γύρω στους 500 νεκρούς. Αντιμετωπίζοντας αυξημένη εχθρότητα από τους άλλους Αραβες ηγέτες, ο Χουσεΐν αποδέχθηκε τη μεσολάβηση του Νάσερ για κατάπαυση του πυρός και στις 27 Σεπτεμβρίου 1970 σύναψε ανακωχή με τον Αραφάτ. Την επόμενη ημέρα πέθανε και ο Νάσερ, βυθίζοντας στο πένθος το σύνολο σχεδόν του αραβικού κόσμου. Η PLO και πολλοί Παλαιστίνιοι πρόσφυγες κατέφυγαν μέσω Συρίας στον Λίβανο όπου ήταν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, αποτελώντας πια το 20% του πληθυσμού του. Ολα αυτά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1970 έμειναν στην ιστορία ως «Μαύρος Σεπτέμβρης».

Στην Ιορδανία, παρά την ανακωχή, συνεχίστηκαν σποραδικές συγκρούσεις μέχρι το καλοκαίρι του 1971 όταν και οι τελευταίοι φενταγίν είτε αποχώρησαν είτε παραδόθηκαν. Στον Λίβανο, οι Παλαιστίνιοι σχημάτισαν ενιαία διοίκηση υπό την PLO, ενώ άρχισαν να δημιουργούν θεσμούς και να προσπαθούν και πάλι να οικοδομήσουν ένα «παράλληλο» κράτος. Από εκεί συνέχισαν τις επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, το οποίο απαντούσε με σφοδρής βιαιότητας στρατιωτικά αντίποινα. Δεδομένης της μεικτής σύνθεσης του πληθυσμού του Λιβάνου και της εύθραυστης πολιτικής-συνταγματικής ισορροπίας του μικρού εκείνου κράτους, η κοινωνία του Λιβάνου δεν άντεξε τις πολλαπλές πιέσεις. Ξέσπασε εμφύλιος το 1975, καθιστώντας έκτοτε το αδύναμο αυτό αλλά άλλοτε ευημερούν κράτος ένα «failed state» (αποτυχημένο κράτος).

* Ο δρ Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ