Η ιδέα ήταν απλή, αλλά παράλληλα εξαιρετικά σύνθετη. Αποφάσισα να παραγγείλω Άκη Πετρετζίκη... «πακέτο». Όχι, δεν υπάρχει delivery. Είναι μία από τις λίγες επιχειρηματικές δραστηριότητες σχετικές με τη μαγειρική στην οποία δεν έχει επιδοθεί ακόμη ο πρώτος Έλληνας Masterchef, που γνωρίσαμε το 2010 μέσω του τηλεοπτικού διαγωνισμού και τον οποίο στα επόμενα οκτώ χρόνια είδαμε να εξελίσσεται στο πιο γρήγορα ανερχόμενο μαγειρικό brand name στη χώρα.

Εκπομπές στην τηλεόραση, βιβλία, κανάλι στο Youtube, site, εστιατόρια, e-shop, διαφημίσεις, παρουσία σε όλα τα social media, πρόσφατα και μπισκότα με το όνομά του. Όχι μόνο ένας μάγειρας, αλλά και ένας μπίζνεσμαν που «διάβασε» ταχύτατα τι έλειπε από την αγορά και, ακόμα πιο γρήγορα και αποτελεσματικά, ήρθε να το καλύψει. Κάτι σαν τον Έλληνα Τζέιμι Όλιβερ, θα έλεγε κάποιος. 

Άρα, το να έρθει στην κουζίνα μου να μαγειρέψουμε μαζί, αντί μιας συνέντευξης, ήταν μια ιδέα απλή μεν, δύσκολο να υλοποιηθεί δε. Πού θα προλάβαινε ο Άκης Πετρετζίκης, του οποίου το πρόγραμμα φαντάζει πιο βαρύ από του Αλέξη Τσίπρα, να ξεκλέψει τρεις ώρες για να ασχοληθεί με τα μαγειρικά μου skills, που ομολογουμένως δεν είναι προχωρημένα; Και γιατί να το κάνει, όταν μέσω των δικών του «καναλιών» επικοινωνίας μπορεί να έρχεται σε επαφή καθημερινά με το κοινό; Τα τελευταία δύο τρία χρόνια δεν δίνει καν συνεντεύξεις. Έπρεπε να είμαι πειστική. Έπρεπε να επιμείνω. 

Ξεκινώντας από το γραφείο Τύπου του  ΣΚΑΪ, μετέφερα το αίτημά μου, για να ακολουθήσουν περίπου 25 emails με το κανάλι και την ομάδα του σεφ, για να διευκρινιστεί η ιδέα, να τεθεί ο άξονας της συζήτησης, να αποφασιστεί η κουζίνα που θα χρησιμοποιούσαμε, καθώς η δική μου απορρίφθηκε από τον φωτογράφο μας ως «πολύ στενή» (δικαιολογία που χρησιμοποιώ κι εγώ όταν δεν μαγειρεύω). Η επικοινωνία ήταν αυτό που περίμενα: μακρά και τυπική, αλλά επαγγελματική, to the point, αποτελεσματική. Εντελώς διαφορετική δηλαδή από αυτήν που είχα με γνωστούς και φίλους, οι οποίοι, με το που έμαθαν πως θα μαγειρέψω μαζί του, πρότειναν την κουζίνα τους, τα μαχαίρια τους, δωρεάν μαθήματα ψιλοκοψίματος, φαγητό προκειμένου να βρεθούν και αυτοί στο ραντεβού. Στον ένα μήνα που μεσολάβησε μέχρι τη συνέντευξη συνειδητοποίησα, στην πλήρη διάστασή του, το «φαινόμενο Πετρετζίκης». 

Όλοι όσοι απαίτησαν να βρίσκονται στην επίμαχη κουζίνα συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: οι συνταγές του Άκη «βγαίνουν». Το έλεγαν κατηγορηματικά και με δέος. Σαν να μην είναι αυτονόητο ότι μια συνταγή που δίνει κανείς πρέπει να βγαίνει - προφανώς δεν είναι. Ακόμα και αυτοί που στέκονταν κριτικά, παραδέχονταν τη «μαγκιά» του να κάνει καλά αυτό που έχει επιλέξει να κάνει. Οι 9 στους 10 περιέγραψαν τουλάχιστον μία συνταγή που κάνουν «μία φορά την εβδομάδα» ή μία που λατρεύουν τα παιδιά/ο σύζυγος/η μάνα τους/ένα κορίτσι που είχαν παλιά. Ο ξάδερφός μου μου αποκάλυψε ότι από τον Άκη έμαθε να μαγειρεύει όταν έφυγε για πανεπιστήμιο. Μου δήλωσαν φαν του άνθρωποι που δεν ήξερα καν ότι μαγειρεύουν. Η περιέργειά μου για το πώς θα είναι από κοντά ο Τσελεμεντές της ψηφιακής εποχής μεγάλωνε. 

 

 

Τίποτα στην τύχη

Την ημέρα της συνέντευξης, στο σπίτι του φίλου με τη φωτογενή κουζίνα όπου θα μαγειρεύαμε, επικρατούσε αναστάτωση. Ο Άκης δεν είχε έρθει ακόμη, όμως ο φωτογράφος ήδη έστηνε κι εγώ προσπαθούσα να στρώσω τα μαλλιά μου, το μακιγιάζ, το φανελάκι, ενώ έψαχνα τα ξένα ντουλάπια μη δεν βρίσκω τα μαχαίρια, τα τηγάνια, το δεντρολίβανο - πάντα χρειάζεται λίγο δεντρολίβανο. Τζάμπα κόπος, όπως συνειδητοποίησα όταν χτύπησε το κουδούνι και μπήκαν πέντε άτομα, συνεργάτες, ενδυματολόγοι, βοηθοί που κουβαλούσαν, όχι μόνο τα υλικά για το steak sandwich που θα φτιάχναμε, αλλά και ρούχα, ποδιές, σκεύη, μαχαίρια, δίσκους κοπής και δύο γλάστρες: μία με θυμάρι και μία -μαντέψτε- με δεντρολίβανο. Μάθημα πρώτο: ο Άκης Πετρετζίκης δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. 

Οι συνταγές που «βγαίνουν»

Κάπου ανάμεσά τους μπήκε και ο ίδιος. Σοβαρός, κάπως απρόσιτος, εμφανισιακά ολόιδιος με αυτό που έβλεπα στην οθόνη. Ένα ωραίο αγόρι, που είχε μεγαλώσει όμορφα μπροστά στα μάτια μας. Είχα φανταστεί λίγο πιο εγκάρδια τη συνάντηση, με το θάρρος που μου έδιναν τα χρόνια που μπαίνει στο σπίτι μου από την τηλεόραση. Σκεφτόμουν ότι θα γελούσαμε όταν θα του έλεγα ότι έχω δει το πρώτο Masterchef τρεις φορές και θα έλεγε «πολύ ελεύθερο χρόνο έχετε εσείς οι δημοσιογράφοι», όμως η πρώτη εντύπωση δεν μου έδωσε το θάρρος να πω οτιδήποτε άλλο πέραν των τυπικών για να ξεκινήσει η φωτογράφιση. Ήταν η πρώτη φωτογράφιση που ολοκληρώθηκε τόσο γρήγορα, όχι γιατί την «ξεπετάξαμε», αλλά γιατί ο Άκης ήξερε ακριβώς τι να κάνει, τι του άρεσε και τι όχι. Μάθημα δεύτερο: ο Άκης Πετρετζίκης δεν φαίνεται μόνο επαγγελματίας· είναι. 

Όταν μπήκαμε στην κουζίνα, ο χώρος είχε ήδη διαμορφωθεί από τους συνεργάτες του, ώστε να τα βρούμε όλα στην εντέλεια. Καθώς περνούσα για να πάρω θέση στον πάγκο, με μια φιλική χειρονομία εντελώς απρόσμενη, ακούμπησε το μανίκι από τη ζακέτα μου και είπε χαλαρά: «Πολύ ωραίο αυτό». Χαμογέλασε. Τώρα καταλάβαινα. Ο Άκης Πετρετζίκης δεν ήταν απρόσιτος. Απλώς είχε έρθει να κάνει τη δουλειά του, όπως την κάνει πάντα: σοβαρά. Με το που μπήκε στον φυσικό του χώρο όμως, την κουζίνα, τα μάγια λύθηκαν, μαζί και η γλώσσα του. Σύντομα με είχε βάλει να μαρινάρω τη σπαλομπριζόλα, είχε ψιλοκόψει κρεμμύδια και μανιτάρια, είχε αρχίσει να μιλάει για τη συνταγή, να αστειεύεται, να μασουλάει ένα μήλο που τεμάχισε χειρουργικά με ένα από τα μαχαίρια του. 

«Ξέρεις, Άκη», είπα προσφωνώντας τον αυθόρμητα με το μικρό του, γιατί... γιατί είναι ο Άκης. «Όσοι ρώτησα για σένα μου είπαν το ίδιο πράγμα...» ξεκίνησα, αλλά δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω. «Ότι βγαίνουν οι συνταγές μου», συμπλήρωσε γελώντας. «Η μαγειρική στην τηλεόραση δεν είναι για να αποδείξει κάποιος ότι ξέρει να μαγειρεύει. Έχει μια κοινωνική ευθύνη αυτός ο κάποιος η συνταγή του να βγαίνει. Η Ελλάδα ζει μια κρίση. Φαντάζεσαι μια νοικοκυρά να με δει στην τηλεόραση και να πάει να δώσει 5 ευρώ -που μπορεί να είναι τα τελευταία της- για να πάρει τα υλικά και να μη βγει η συνταγή να ταΐσει την οικογένειά της; Δεν υπάρχει περίπτωση να μη μαγειρέψω, φάω και εγκρίνω συνταγή πριν τη βγάλω. Οι εκπομπές μας είναι το μεγαλύτερο εστιατόριο στην Ελλάδα, γιατί ταΐζει καθημερινά τον περισσότερο κόσμο. Θα έπιανε αν δεν δοκιμάζαμε τις συνταγές μας;» Έχουμε ήδη βάλει την μπριζόλα στο τηγάνι και μου έχει αναθέσει να ανοίξω τις τσιαπάτες και να τις αλείψω με μουστάρδα. Ενώ παλεύω να μην κόψω κάποιο δάχτυλο με το επαγγελματικό μαχαίρι, εκείνος λειτουργεί σε τυφλό σύστημα. 

«Το μαγαζί είναι παιδί»

Τέσσερις μαγειρικές ομάδες υπάρχουν στην εταιρεία του. Καθεμιά μαγειρεύει συνταγές για διαφορετικό σκοπό: τηλεόραση, consulting, βιβλία/περιοδικά, εμπορικά. Όλες τις δοκιμάζει ο ίδιος. Η εταιρεία, που έχει καθετοποιήσει τα πάντα έχοντας in house φωτογράφους, σκηνοθέτες, αρχισυντάκτες, ομάδα για τα social media, έχει 100 εργαζομένους! Εκατό. Χωρίς να υπολογίζουμε την ομάδα της εκπομπής. Όλοι λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Τα ποστ κανονίζονται δύο μήνες πριν. Τα Χριστούγεννα φωτογραφίζουν για το Πάσχα και το Πάσχα για τα Χριστούγεννα. Κάθε Φεβρουάριο φωτογραφίζουν το βιβλίο που θα βγει τον Δεκέμβριο, το οποίο έχει συνταγολογηθεί τον προηγούμενο Αύγουστο. Παράλληλα τρέχουν τα δύο μαγαζιά του: το Burger AP και το Kitchen Lab Cafe Bistro στην Αγία Παρασκευή, στα οποία, με έναν περίεργο τρόπο, είναι μονίμως παρών. «Το μαγαζί είναι παιδί. Ή το κάνεις και το προσέχεις ή δεν το κάνεις καθόλου. Γι’ αυτό τόσα χρόνια δεν είχα δικό μου μαγαζί. Θεωρούσα αδιανόητο να βάλω απλώς το όνομά μου και να μην πατάω ποτέ». Τον κοιτάζω απορημένη. «Κοιμάσαι ποτέ;» ρωτάω. «Πολύ λίγο. Δεν μου αρέσει να κοιμάμαι πολύ, με πιάνει πονοκέφαλος».  

Η μοιρασιά της επιτυχίας

Στο μεταξύ, εγώ έχω αλείψει μόνο τη μία πλευρά από τις τσιαπάτες. «Έπρεπε να έχω αλείψει και τις δύο;» Με κοιτάζει αποδοκιμαστικά. «Ε, ναι, δεν πειράζει τώρα», πάει ξεφτιλίστηκα, σκέφτομαι, τουλάχιστον του άρεσε η ζακέτα μου. «Φαντάζομαι, για να βγει η δουλειά, έχεις συνεργάτες που εμπιστεύεσαι», αλλάζω τη συζήτηση. «Δεν μπορείς να φτάσεις εδώ αν δεν έχεις ικανούς συνεργάτες. Βιογραφικό δεν έχω ζητήσει ποτέ. Το πιο σημαντικό είναι να κάτσεις με τον άλλο και τα μάτια του να σου πουν τα πάντα. Άλλωστε, το βιογραφικό δεν με ενδιαφέρει. Και ο καλύτερος να είναι, όταν θα έρθει δίπλα μας, θα πρέπει να μυηθεί στο σύστημα. Μου είναι άχρηστος αν είναι δομημένος, εμείς θέλουμε να τον πλάσουμε για να υπάρχει ομοιογενής εταιρική ταυτότητα. Θέλω όμως όλοι όσοι είναι δίπλα μου να με μαθαίνουν πράγματα. Θα κάτσω με τον φωτογράφο, με τον food stylist, μου αρέσει να ξέρω τι κάνουν, πώς το κάνουν. Ήθελα να ταξιδέψω τον κόσμο, γι’ αυτο διάλεξα τη μαγειρική, λογιστής είχα σπουδάσει. Μετά τη λάτρεψα, γιατί είδα ότι έχει εξέλιξη, μπορεί να γίνει επιστήμη και τέχνη». Σου αρέσει αυτός ο δρόμος ή θα προτιμούσες ένα γκουρμέ εστιατόριο; «Θα γίνει κι αυτό. Τώρα είναι σημαντικότερο το έργο που έχω από το να ικανοποιήσω το εγώ μου με ένα εστιατόριο που θα εξυπηρετεί 50 άτομα». Ο χαμός γύρω από το πρόσωπό σου δεν ικανοποιεί το εγώ σου; «Δεν με ενδιαφέρει αυτό. Μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω αυτό και θέλω να το κάνω με τον καλύτερο τρόπο. Υπήρχε ένα κενό στο κομμάτι του περιεχομένου όσον αφορά τη μαγειρική -εκδοτικό, ιντερνετικό- κι εμείς ήρθαμε να το καλύψουμε. Η προβολή δεν με ενδιαφέρει. Και νομίζω το έχω ισορροπήσει. Δεν βγαίνω, δεν πηγαίνω σε event, ο μόνος τρόπος που προβάλλω τον εαυτό μου είναι στα μαγαζιά μου, στην εκπομπή. Και αυτό γιατί, επειδή όλο αυτό είναι προσωποκεντρικό, δεν μπορώ να κατεβάζω ταχύτητα. Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι να μη χρειαστεί να απολύσω κάποιον. Θέλω όλοι οι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί μου να είναι ευχαριστημένοι, να παίρνουν 14 μισθούς, να μην υπάρχουν χαμηλόμισθοι. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις με την επιτυχία είναι να τη μοιράζεσαι».  

Η μπριζόλα έχει ήδη «ξεκουραστεί», ο Άκης την κόβει και την τοποθετεί μέσα στις τσιαπάτες μαζί με τα υπόλοιπα υλικά για να ολοκληρωθεί το steak sandwich. Στο σπίτι μαγειρεύεις; «Ποτέ», λέει. Δεν ξέρω γιατί δεν το περίμενα, αλλά σοκάρομαι. «Τρώω στη δουλειά από τα φαγητά που μαγειρεύουμε. Το μόνο πράγμα που έχω στο ψυγείο είναι αυγά και γιαούρτι». Τρώω μια μπουκιά από το σάντουιτς και είναι εκπληκτικό, σε 20 λεπτά έχει φτιάξει ένα έπος. «Ξέρεις», του λέω τώρα που νιώθω άνετα, «έχω δει το πρώτο Masterchef τρεις φορές». Σηκώνει το κεφάλι του, με κοιτάει διευρευνητικά, σαν να προσπαθεί να καταλάβει αν λέω αλήθεια, και τελικά λέει: «Πολύ ελεύθερο χρόνο έχετε εσείς οι δημοσιογράφοι»... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ