Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πόσες λέξεις αντέχετε να διαβάσετε;

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Θυμάμαι έναν καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο που για ένα εξάμηνο διαμαρτυρόταν για τη μικρή προσέλευση στο μάθημά του. «Τι μας το λέτε εμάς;» του είπε κάποια στιγμή απαυδισμένος ένας συμφοιτητής μου. «Εμείς κάθε εβδομάδα εδώ είμαστε». Ο καθηγητής όμως είχε την ανάγκη σε κάποιον να τα πει. Και τα έλεγε. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, νιώθω ακριβώς το ίδιο: ξεκινάω να γράφω ένα κείμενο για την κρίση στη σχέση του κόσμου με τα περιοδικά, απευθυνόμενος σε εσάς που αυτή τη στιγμή διαβάζετε το «Κ». 

Τους προηγούμενους μήνες ολοκλήρωσαν την πορεία τους δύο ιστορικές εκδόσεις. Το βρετανικό περιοδικό ΝΜΕ, κομβικό κάποτε στη διάδοση της ποπ και της ροκ μουσικής, διέκοψε την έντυπη έκδοσή του έπειτα από 66 χρόνια και περιορίστηκε στην ηλεκτρονική εκδοχή του. Προ ημερών το ακολούθησε το εμβληματικό Interview, που ξεκίνησε το 1969 ως μια έμπνευση τότε του Άντι Γουόρχολ. Το αμερικανικό περιοδικό θα κλείσει εντελώς. Ούτε χαρτί, ούτε site, ούτε τίποτα.

Όταν τα έντυπα άρχισαν σταδιακά να μεταφέρονται στο διαδίκτυο (είτε κατ’ αποκλειστικότητα είτε παράλληλα), τα περιοδικά βρέθηκαν κάπως μετέωρα. Μεταφέρεται ένα περιοδικό στο ίντερνετ; Η περιοδική φύση του εντύπου είναι ανακόλουθη με τη λογική των συνεχών αναρτήσεων ενός site. Επίσης, παρά τις συχνά εντυπωσιακές ιδέες των σχεδιαστών ιστοσελίδων, την πολύ όμορφη εμφάνιση ορισμένων διαδικτυακών χώρων και τη χρήση βίντεο και κινούμενων εικόνων, ο αρμονικός τρόπος που το κείμενο συνυπάρχει με μια εικόνα στη σελίδα ενός περιοδικού είναι κάτι που δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε μια οθόνη. Και, τέλος, τα περιοδικά χαρακτηρίζονται από κάτι ακόμα που δεν ταιριάζει με το ίντερνετ: τα μεγάλα κείμενα. Τη στιγμή που είναι κοινό μυστικό ότι κανείς στο ίντερνετ δεν διαβάζει πάνω από 200 λέξεις. 

Γιατί; Το διάβασμα στην οθόνη (σε κάθε οθόνη) κουράζει πιο γρήγορα το μάτι, ο αναγνώστης χάνει πιο εύκολα τη συγκέντρωσή του και, επίσης, στο τέλος έχει συγκρατήσει σημαντικά λιγότερες πληροφορίες από το κείμενο που διάβασε από ό,τι αν είχε διαβάσει το ίδιο κείμενο στο χαρτί – σύμφωνα με έρευνες τα παραπάνω. Ίσως δεν είναι τυχαία και η σταδιακή υποχώρηση των πωλήσεων των αρχικά δυναμικά ερχόμενων ηλεκτρονικών βιβλίων. Πέρα από αυτό, όμως, υπάρχει και ο παράγοντας των κοινωνικών δικτύων, που έχουν καλλιεργήσει μια κουλτούρα μη διαβάσματος, με τους χρήστες τους να αρκούνται σε σχόλια και τίτλους, άριστα εκπαιδευμένοι να κινούνται ταχύτατα σε διάφορους ψηφιακούς τόπους, αλλά χωρίς να έχουν την ψυχραιμία να σταθούν σε κάποιον από αυτούς για αρκετή ώρα. 

Υπάρχουν ιστοσελίδες, πάντως, που προσφέρουν μεγάλα κείμενα, καθώς υπάρχει κόσμος που ελκύεται από τη γοητεία της μεγάλης περιοδικίστικης αφήγησης και αναζητά κομμάτια χιλιάδων λέξεων online. Δεν είναι μεγάλο αυτό το κοινό, αλλά υπάρχει. To NME (για να διατηρήσει ένα στοιχείο από τον πρότερο χαρακτήρα του) θέσπισε μια κατηγορία στη σελίδα του που λέγεται Big Read. Αντίστοιχους όρους συναντάμε σε πολλά μεγάλα sites. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το (συνήθως εξαιρετικό) εβδομαδιαίο κείμενο The Long Read του Guardian ή το Longform του New York Time Magazine. Είναι η μοίρα του μεγάλου κειμένου στην εποχή του ίντερνετ να συντηρείται ως ένα δημοσιογραφικό υποείδος, φέροντας και τη σχετική «ταμπέλα», για να ξέρει ο αναγνώστης πού πάει να μπλέξει. 

Είναι μια μεταβατική περίοδος, με τον κόσμο να επαναδιαπραγματεύεται τη σχέση του με τα περιοδικά, ενώ παράλληλα αναδιαμορφώνεται η παγκόσμια κουλτούρα της ανάγνωσης. Το ΝΜΕ και το Interview, όπως και πολλά ακόμα (και στην Ελλάδα), υπήρξαν θύματα αυτής της άβολης διαδικασίας. Τιμής ένεκεν ξέθαψα κάποια παλιά τους τεύχη που φυλάσσω στην αποθήκη και τα ξεφύλλισα· προφανώς και ένιωσα τύψεις που δεν τα αγόραζα συχνότερα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ