Το 1963, η «Άπονη ζωή» χάλασε κόσμο και μέσα σε μία νύχτα έριξε όλα τα φώτα πάνω στον 28χρονο δημοσιογράφο που έγραψε τους στίχους του τραγουδιού του Σταύρου Ξαρχάκου, το οποίο ερμήνευσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Πενήντα πέντε χρόνια και αμέτρητα τραγούδια μετά, τα εισιτήρια για τη μεγάλη συναυλία αφιερωμένη στο έργο του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που διοργανώνει ο Γιώργος Νταλάρας στις 25 Ιουνίου στο Ηρώδειο, εξαντλήθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ο Λευτέρης θα μπορούσε να γεμίσει το Ηρώδειο δύο και τρεις φορές. Οι έξι χιλιάδες άνθρωποι που έσπευσαν να εξασφαλίσουν μία θέση είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι όσων από εμάς έχουμε σαστίσει και δακρύσει όλα αυτά τα χρόνια ακούγοντας και σιγοτραγουδώντας τους στίχους του. 

Τον συνάντησα ένα μεσημέρι στο εστιατόριο της αγαπημένης του Μίνας, στον «Αττικό», πολύ κοντά στο σπίτι του, που βρίσκεται δυο βήματα από το Ηρώδειο και την Ακρόπολη. Ήρθε φορώντας ένα καπελάκι της ΑΕΚ, λες και χρειαζόταν υπενθύμιση η πασίγνωστη αφοσίωσή του στην ομάδα. Είναι πολύ υπερήφανος που η ΑΕΚ πήρε φέτος το πρωτάθλημα. «Όχι μόνο είμαι υπερήφανος, αλλά θα σου πω ότι έπαιξα και ρόλο σε αυτή την επιτυχία, γιατί είδα όλα τα ματς και ξενύχτησα για την ΑΕΚ», λέει γελώντας. Εκείνο που εννοεί είναι ότι οι αμετανόητοι οπαδοί, όπως ο ίδιος, είναι απόλυτα πεπεισμένοι για τη μεταφυσική επίδραση της εστιασμένης προσοχής τους στην απόδοση της ομάδας τους.  

Η εστιασμένη προσοχή ή, αλλιώς, το πείσμα, η οργή και το πάθος είναι τα στοιχεία που έβγαλαν τον νεαρό Λευτέρη από τη φτώχεια της δεκαετίας του ’50 και τον έκαναν μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του λόγου στη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική Ελλάδα. «Προέρχομαι από πολύ λαϊκή και ταπεινή οικογένεια και το πρώτο στοιχείο που με διαμόρφωσε ήταν η πολλή δουλειά», λέει. «Δούλεψα πολύ. Από το σχολείο ακόμα, δούλεψα πολύ. Αν ψάχνεις αυτό που κυρίως με προσδιόρισε, θα σου το πω χωρίς κανέναν δισταγμό: είναι η πολλή δουλειά. Δούλευα πολύ και έσκιζα».

 

 

Δωρικός και στέρεος

Πράγματι δούλεψε πολύ, δημοσιογράφος με καθημερινή, μαχητική παρέμβαση από το 1958 έως το 2012 στον Τύπο, στην εφημερίδα «Τα Νέα», αλλά και στην τηλεόραση, και προπαντός ποιητής και στιχουργός με περισσότερα από 1.300 δισκογραφημένα τραγούδια, πολλά από τα οποία σημάδεψαν τη διαδρομή σχεδόν όλων των μεγάλων συνθετών και ερμηνευτών. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν μπέρδεψε ποτέ την απλότητα και τη λαϊκότητα με τον λαϊκισμό και την επιδειξιομανία που χαρακτηρίζει τόσους και τόσους λαϊκίζοντες. «Πάντα διάβαζα πολύ και εξακολουθώ να διαβάζω. Δεν σταματάω ποτέ να διαβάζω. Όταν δεν είχα λεφτά να πάρω βιβλία, έκλεβα βιβλία, έπαιρνα βιβλία δανεικά κι αγύριστα από ανθρώπους στη γειτονιά που είχαν βιβλία στις βιβλιοθήκες τους, αλλά δεν τα διάβαζαν». 

Όλα αυτά τα διαβάσματα συνδυάστηκαν με τα βιώματα κι έγιναν κράμα που σφράγισε το ελληνικό τραγούδι. Λόγος λιτός, δωρικός, στέρεος, καίριος και οριστικός. «Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά». Ο εμβληματικός στίχος από το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» αποδίδει μέσα σε δέκα λέξεις έναν ολόκληρο κόσμο. «Νομίζω ότι η δωρικότητα στον στίχο μου και σε όλη μου τη δουλειά είναι συνάρτηση της οικογενειακής μου κατάστασης. Είμαι το παιδί ενός τσαγκάρη και στα 18 μου χρόνια εκείνο που με απασχολούσε πιο πολύ ήταν πώς θα έχω ένα πιάτο φαγητό. Η στέρηση και η βιοπάλη με διαμόρφωσαν με τρόπο οριστικό. Ανέπτυξα ένα πάθος για τη ζωή. Έγινα ένας από τους καλύτερους μαθητές στην τάξη, έπαιζα μπάλα, είχα κορίτσια. Και όταν άρχισα να γράφω, ήθελα να τοποθετηθώ στα πράγματα με τρόπο κάθετο. Κάθε στίχος μου ήθελα να είναι οριστικός. Ήθελα να περιγράφει μια κατάσταση με τρόπο οριστικό». 

«Οριστικός» είναι και στον καθημερινό του λόγο. Λόγια σκληρά, λόγια αντρικά παλαιάς κοπής, λόγια απομακρυσμένα από κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας χαρακτηρίζουν τη γλώσσα του στιχουργού που έχει γράψει τα πιο ευαίσθητα και τα πιο εξομολογητικά τραγούδια. Πώς εξηγείται αυτή η θεμελιώδης αντίφαση; «Το βασικό μου χαρακτηριστικό είναι η ευαισθησία, δεν είναι η σκληρότητα», λέει. «Αλλά αν ήμουν στην καθημερινή ζωή μου τόσο ευαίσθητος όσο είμαι στην τέχνη μου, τότε θα με πατούσαν κάτω. Αυτό το “χύμα” που έχω είναι μια κάλυψη. Άμα δείχνεις ότι είσαι ευαίσθητος, οι άλλοι σε λιώνουν. Καλύτερα να δείχνεις την ευαισθησία σου σε αυτά που κάνεις για τους άλλους και όχι στις κουβέντες». 

 


Με τον Σταύρο Ξαρχάκο (δεξιά) έγραψαν μαζί την «Άπονη ζωή» και το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή».

 

Γυναίκες και πολιτική ορθότητα

Η ευαισθησία του είναι μεγάλη όταν η κουβέντα πηγαίνει στις γυναίκες. Εκφράζει τα συναισθήματά του με λόγια που στερούνται κάθε αμφισημίας, και μάλιστα με φωνή στεντόρεια. Τι γνώμη έχει άραγε που τα υπερβολικά κομπλιμέντα μπορεί σήμερα να παρερμηνευτούν ως «σεξουαλική παρενόχληση»; Και τι πιστεύει για το κίνημα #MeToo; «Γνωρίζω για το κίνημα #MeToo και θα σου πω ότι η αγάπη και ο σεβασμός μου για τη γυναίκα είναι αδιαπραγμάτευτα στοιχεία του χαρακτήρα μου. Είμαι εναντίον κάθε έννοιας σεξουαλικής παρενόχλησης, αλλά θα επισημάνω ταυτόχρονα και όλα αυτά που είπε η Κατρίν Ντενέβ, αυτή η σπουδαία γυναίκα, ότι δηλαδή η υπερβολική πολιτική ορθότητα δεν πρέπει να μας οδηγήσει να αποξηράνουμε τον λόγο μας και δεν πρέπει προπαντός να ενοχοποιήσει το φλερτ». 

Δίπλα στην αγάπη για τη γυναίκα βρίσκεται η αφοσίωση στη φιλία. Είναι γνωστή η στενή φιλική σχέση που είχε με τον Αντώνη Σαμαράκη, από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τον θάνατο του πεζογράφου, το 2003. «Ο Σαμαράκης ήταν καλός άνθρωπος. Το 1954 είχε βγάλει ένα βιβλίο, το “Ζητείται ελπίς”, και είχε κάνει πάταγο. Δούλευε στο υπουργείο Εργασίας. Μας έφερε σε επαφή ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο σκηνοθέτης, που ήταν συμμαθητής μου. Ο Σαμαράκης επηρέασε τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Ήταν πάντα δίπλα μου. Ήταν δικός μου άνθρωπος». Δικός του άνθρωπος ήταν και ο Μάνος Λοΐζος. Μαζί έγραψαν ορισμένα από τα πιο “οριστικά” τραγούδια της εποχής μας, αλλά η φιλία τους σημαδεύτηκε από την οριστικότητα του πρόωρου τέλους. Ο Λοΐζος έφυγε από τη ζωή νεότατος, μόλις 45 ετών, το 1982. 

Ο Λευτέρης έχει αδυναμία στον Γιώργο Νταλάρα. Ο τραγουδιστής δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών όταν τον συνάντησε στο σπίτι του Λοΐζου, για μια πρόβα στο τραγούδι «Τα δέκα παλικάρια». «Πώς τραγουδάς έτσι, ρε;» τον αποπήρε ο Λευτέρης με το γνωστό «διδακτικό» του ύφος. Ο Νταλάρας δεν χρειαζόταν να ακούσει τέτοια κουβέντα για δεύτερη φορά. Πείσμωσε και σφράγισε το τραγούδι με την ερμηνεία του. Ο Λευτέρης σχεδόν τον υιοθέτησε. Είχαν παρόμοιες αφετηρίες και κοινές αναφορές. Ίδια φτωχή καταγωγή, ίδια εντιμότητα και ίδιο πείσμα. Ίδια αφοσίωση στη δουλειά και στη μελέτη. Ίδια γνησιότητα. Περπάτησαν δίπλα δίπλα μια ολόκληρη ζωή. Και, όπως μάλλον έχουν καταλάβει και οι δύο, η ζωή μπορεί να είναι άπονη με πολλούς τρόπους. Ο χρόνος περνάει και περνάει γρήγορα για όλους μας. Όμως κάποιοι λίγοι μπορούν μερικές φορές να τον σταματούν. Με σκληρή δουλειά, με λίγη τύχη και με πολύ ταλέντο μπορούν να μετατρέπουν μια στιγμή από φευγαλέα και παροδική σε μοιραία και «οριστική». Κι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι ένας από αυτούς. ■

Στη συναυλία αφιερωμένη στο έργο του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που θα γίνει στο Ηρώδειο στις 25 Ιουνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, θα τραγουδήσουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Κώστας Μακεδόνας, Μελίνα Ασλανίδου, Βιολέτα Ίκαρη, Χρήστος Μάστορας και οι chórεs με μουσική διδασκαλία της Μαρίνας Σάττι.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ