ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αντιδράσεις στο πολυνομοσχέδιο από τη φαρμακοβιομηχανία

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΟΝΤΗ

Ενστάσεις έχει εκφράσει ο κλάδος και για τη διάταξη που αφορά τον προσδιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ από το 2019, βάσει όχι ενός σταθερού ποσού (όπως ισχύει μέχρι τώρα μέσω της θέσπισης κλειστού προϋπολογισμού), αλλά της αυξομείωσης του ΑΕΠ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Φόβο να υποστούν πρόσθετες επιβαρύνσεις μέσα στην επόμενη τετραετία εκφράζουν εκπρόσωποι του κλάδου της πολυεθνικής και εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας, με αφορμή την πρόσφατη ψήφιση του πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα για το κλείσιμο της τέταρτης αξιολόγησης. Μία από τις διατάξεις που προκάλεσε σφοδρή αντίδραση στους κόλπους της φαρμακοβιομηχανίας προς τα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας είναι αυτή που αφορά την επέκταση του clawback, δηλαδή του μηχανισμού αυτόματων επιστροφών, για άλλα τέσσερα χρόνια, μέχρι το 2022.

Στέλεχος της αγοράς αναφέρει στην «Κ» ότι το συγκεκριμένο μέτρο παύει να έχει προσωρινό χαρακτήρα, δεδομένου ότι είναι η τρίτη κατά σειράν επέκταση της ισχύος του από το 2012, τη χρονιά δηλαδή που επιβλήθηκε πρώτη φορά το μέτρο. Σε σχετική ανακοίνωση που δημοσίευσε ο ΣΦΕΕ (Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος), αναφέρεται ότι ο μηχανισμός clawback έχει αποτύχει, δεδομένου ότι εφαρμόζεται πάνω σε έναν εσφαλμένο προσδιορισμό των πραγματικών αναγκών των ασθενών, λειτουργεί απλώς ως ένα πρόσθετο έσοδο για το κράτος, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τις αδυναμίες της εκάστοτε κυβέρνησης να ελέγξει τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη.

Σημειώνεται ότι από το 2009 έως το 2017 η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη έχει υποστεί μείωση της τάξεως του 62%, αντίθετα με το εξωνοσοκομειακό clawback, το οποίο έχει αυξηθεί κατά 444% φθάνοντας περίπου τα 430 εκατ. ευρώ το 2017 από 79 εκατ. ευρώ το 2012. Συνεπώς, όπως επεσήμανε και ο ΣΦΕΕ, μόνο από την εφαρμογή του clawback το κράτος μέσα σε ένα διάστημα 6 ετών έχει εισπράξει από τις φαρμακευτικές πάνω από 3 δισ. ευρώ, ενώ εάν προστεθούν και οι υποχρεωτικές εκπτώσεις (rebate), το ποσόν ξεπερνάει τα 5 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, ενστάσεις έχει εκφράσει ο κλάδος και για τη διάταξη που αφορά τον προσδιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ από το 2019, βάσει όχι ενός σταθερού ποσού (όπως ισχύει μέχρι τώρα μέσω της θέσπισης κλειστού προϋπολογισμού), αλλά της αυξομείωσης του ΑΕΠ. Δηλαδή, σε περίπτωση που επέλθει μείωση του ΑΕΠ, η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη θα συρρικνώνεται. Η αντίθεση των φαρμακοβιομηχανιών, σε αυτό το σημείο, έγκειται στο γεγονός ότι ο προσδιορισμός της δαπάνης γίνεται με βάση ένα μειωμένο κατά 25% ΑΕΠ. Παράγων του κλάδου επισημαίνει ότι «οποιαδήποτε προσπάθεια αύξησης της δημόσιας δαπάνης είναι αποδεκτή, ωστόσο η σύνδεσή της με το ΑΕΠ δεν λύνει το πρόβλημα». Σύμφωνα με τον ίδιο, η αύξηση της δαπάνης πρέπει να γίνει με βάση τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και όχι με βάση λογιστικά πρότυπα, τονίζοντας ακόμη ότι οποιαδήποτε συζήτηση για το ύψος της δαπάνης πρέπει να συνοδεύεται με μέτρα για τον έλεγχό της. Εν τω μεταξύ, με τη θέσπιση του συγκεκριμένου μέτρου δίνεται και η εντύπωση ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει και τα σχέδιά της για προσπάθεια αύξησης του κλειστού προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ από το 2019, δεδομένου ότι αυτό το μέτρο βασίζεται στη μεταβολή του ΑΕΠ.

Μια τρίτη πτυχή του πολυνομοσχεδίου, για την οποία οι εταιρείες εκφράζουν ενδοιασμούς, αφορά τον μηδενισμό της συμμετοχής των ασθενών για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν φάρμακα για τη θεραπεία χρόνιων νόσων, καθώς και για τους δικαιούχους του ΕΚΑΣ εφόσον επιλέξουν γενόσημα φάρμακα. Παρότι το μέτρο αυτό αποβλέπει στην αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων στην αγορά σε ποσοστό 40% από 23-24% που διαμορφώνεται σήμερα, πηγές χαρακτηρίζουν το κίνητρο αυτό «θολό», διότι δεν είναι σαφές πού θα μετακυλιστεί το κόστος. Σύμφωνα με πληροφορίες, εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι το κενό θα αναλάβει να καλύψει είτε ο ΕΟΠΥΥ, είτε οι φαρμακοβιομηχανίες γενοσήμων, είτε όλες οι φαρμακοβιομηχανίες μέσω του clawback.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ