ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Η βαρβαρότητα των Μπαρμπαρούσηδων

ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Μπαρμπαρούσης δεν είναι απλώς ένας φασίστας. Είναι ένας γλοιώδης και θρασύδειλος φασίστας. Αντιμετωπίζοντας τις σοβαρές συνέπειες του νόμου (εσχάτη προδοσία) για τα όσα εκστόμισε στη Βουλή καλώντας την ηγεσία του στρατεύματος να καταλύσει το πολίτευμα, είχε δύο επιλογές. Είτε να υπερασπίσει με θάρρος τα λεγόμενά του είτε να ζητήσει ταπεινά συγγνώμη. Δεν έκανε τίποτε από τα δύο.

Ο Μπαρμπαρούσης, του οποίου η παρουσία (μαζί με αυτή των λοιπών συναδέλφων του μελών της εγκληματικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής) συνιστά όνειδος για τη Βουλή των Ελλήνων, δεν έχει το σθένος να εμμείνει στις απόψεις του. Ευτυχώς, από μιαν άποψη. Είναι προτιμότερο για τη δημοκρατία οι φασίστες να είναι ασπόνδυλοι, δειλοί και καιροσκόποι παρά λογικά συνεπείς, άφοβοι, και άκαμπτοι.

Δεν άδραξε την ευκαιρία, όμως, να ζητήσει συγγνώμη. Ο νεαρός που ξυλοκόπησε τον Μπουτάρη είχε, τουλάχιστον, την ευαισθησία να ξεσπάσει σε δάκρυα στην απολογία του στο δικαστήριο. Η σωματοποίηση της συγγνώμης του ήταν ενδεικτική, πιθανώς, της μεταμέλειάς του. Τον Μπαρμπαρούση, όμως, δεν τον ενδιαφέρει η συγγνώμη, άρα ούτε η μεταμέλεια, γι’ αυτό και δεν την εκφράζει. Ως θρασύδειλος, να αποφύγει την τιμωρία θέλει.

Η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να «ανακαλέσει» τις δηλώσεις του, διότι «ενσωματώθηκαν ατάκτως και αυθορμήτως ατελείς λεκτικές υπερβολές και άτυχες εκφράσεις […]». Η φρασεολογία του ήταν «άκομψη», λέει. Φυσικά, φταίνε τα ΜΜΕ: «Η συστημική διαχείριση της λεκτικής υπερβολής συνέβαλε στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης». Προσέξετε πως αυτο-κατανοείται το άτομο: η γλώσσα του ήταν απλώς «ατελής», «άτυχη» και «άκομψη» – κάτι σαν την απουσία καλών τρόπων σε ένα γεύμα, ένα σαχλό ανέκδοτο σε μια παρέα, και μια άστοχη παρέμβαση σε μια συζήτηση. Δεν κατάλαβε τίποτε!

«Η άκομψη φρασεολογία» του, λέει, «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προτροπή ή κατάλυση ή μεταβολή ή αλλοίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος». Πώς το γνωρίζουμε; Διότι, «δεν υπήρξε ούτε νοητική σύλληψη». Μπα, πώς το ξέρουμε; Δεν είναι πιο εύλογο να υποθέσουμε το αντίθετο, εφόσον τα λόγια του καλούσαν ευθέως σε κατάλυση του πολιτεύματος;

Επικαλείται και δεύτερο λόγο: «Η απροσφορότητα να συντελεσθούν πολιτειακές εκτροπές από φραστικές υπερβολές ομιλητή, χωρίς σχετική θεσμική αρμοδιότητα […], είναι πρόδηλη». Πρόδηλη; Τι παραπάνω έπρεπε να κάνει ένας βουλευτής –ένα άτομο με κορυφαία θεσμική ιδιότητα– για να προτρέψει τον στρατό σε πραξικόπημα από το να διατυπώσει δημοσίως το αίτημά του; Να πάρει ο ίδιος τα όπλα; Τι διαφορετικό κάνει ένας ρατσιστής, ένας μισαλλόδοξος ή απλώς ένας χυδαίος, όταν προτρέπει άλλους να βιαιοπραγήσουν; Η γλώσσα δεν είναι μόνο λόγια, συνιστά πράξη, παράγει αποτελέσματα. Δεν έχει κόκαλα, αλλά τσακίζει κόκαλα.

Δεν είναι μόνο αστόχαστος, είναι και βαθιά υποκριτής. «Η κατηγορία που αντιμετωπίζω», λέει, «είναι τελείως […] αναντίστοιχη με τον χαρακτήρα και τις πεποιθήσεις μου». Περίεργο! Ισως ήταν ο δίδυμος αδελφός του αυτός που προπηλάκιζε πωλητές στις λαϊκές αγορές, που απειλούσε τους μετανάστες, που υμνούσε τη χούντα. Δεν είναι μόνο ότι δεν αντιλαμβάνεται τη χυδαιότητα του χαρακτήρα του, κάνει τα πάντα να μην την αντιληφθούμε κι εμείς.

Ελπίζω στο δικαστήριο να μη βρεθεί εισαγγελέας που θα πει, όπως δυστυχώς στην περίπτωση Καμμένου, ο οποίος είχε προτρέψει τους πολίτες να «λιντσάρουν» έναν δήμαρχο, ότι η φρασεολογία του Μπαρμπαρούση ήταν «μεταφορική». Δεν υπάρχει τίποτα το μεταφορικό στη βαρβαρότητα, στην προτροπή σε βία, και στην εσχάτη προδοσία. Οι Μπαρμπαρούσηδες πρέπει να τιμωρούνται όπως τους αξίζει!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ