ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο ήχος των ονείρων της Αθήνας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ο Κωνσταντίνος Β και ο Μιχάλης Δ, με τον ντράμερ Πέτρο Τσαμπαρλή, εμφανίζονται στη σκηνή του Summer Nostos Festival. Το κοινό αναρριγεί...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δράμα, 1997. Ενας δεκαεξάχρονος αδημονεί να έρθουν στο περίπτερο το «01» ή το «Ποπ και Ροκ» ή το «Δίφωνο». Το Ιντερνετ δεν είναι καθημερινότητα, είναι ελάχιστοι οι τρόποι να συνομιλήσει με άλλες στιγμές της εποχής του, αλλού. Διαβάζει, ξαφνικά, στο «Δίφωνο» (τ. 22, Ιούλιος 1997), ένα κείμενο του Αργύρη Ζήλου για έναν δίσκο που ονομάζεται «Βιταμίνα τεκ» μιας μπάντας που ονομάζεται Στέρεο Νόβα: «Ο ηλεκτροπαλμός των Κωνσταντίνου Β και Μιχάλη Δ δεν μοιάζει να αναβλύζει από κανένα σημείο της περιοχής που συνηθίζεται να αποκαλείται Ελληνική Μουσική Μνήμη. Μόνο η ποιητική όσο και φορτισμένη αναπόληση ημίφωτων αστικών εντυπώσεων του Κωνσταντίνου θυμίζει ότι η ίδια καθημερινότητα τυλίγει και τους Στέρεο Νόβα και εμάς». Μα ποιοι είναι, επιτέλους, αυτοί οι Στέρεο Νόβα;

Αθήνα, 2018. Το Ξέφωτο του ΚΠΙΣΝ είναι ασφυκτικά γεμάτο – πάνω από 8.000 άνθρωποι βρίσκονται εκεί, η Αθήνα είναι εκεί. Ακριβώς στις 22.00, οι Στέρεο Νόβα, ο Κωνσταντίνος Β και ο Μιχάλης Δ, με τον ντράμερ Πέτρο Τσαμπαρλή, εμφανίζονται στη σκηνή του Summer Nostos Festival. Το κοινό αναρριγεί, οι αντιδράσεις κινούνται μεταξύ νόστου και άλγους, μεταξύ «τι πάω και θυμάμαι τώρα;» και «πόσα χρόνια έχουν περάσει;». Πόσα χρόνια έχουν περάσει από πότε; «Από τότε που τους βάζαμε τέρμα στα walkman και τριγυρνούσαμε στην Ομόνοια», λέει η 45χρονη Κατερίνα, που το βλέμμα της χάνεται στη σκηνή, εκεί απ’ όπου ταξιδεύουν η φωνή του Κωνσταντίνου Β και οι μείξεις του Μιχάλη Δ· «από τότε που η Αθήνα ήταν πιο ελεύθερη κι εμείς αναζητούσαμε έναν τρόπο να συνδεθούμε με τον έξω κόσμο». Οι 20άρηδες έβλεπαν τους 35άρηδες και τους 45άρηδες να μουρμουρίζουν στίχους, να ζητούν τραγούδια, να φωνάζουν – «δεν τους ξέραμε· τώρα, όμως, τους μάθαμε για τα καλά· σούπερ ήχος και τέλεια εφέ», μου λέει, ανάμεσα στο «Βίντεο κλαμπ» και το «Δεν αλλάζω τα ηχεία μου», ο 22χρονος Φώτης.

«Τέλσον», «Νέα Ζωή», «3.000 μέρες», «Ισορροπία», «Ενας μεγάλος κόσμος», «Κλεμμένο ποδήλατο», «Το ταξίδι της φάλαινας», «Τα δέντρα», «Μοτοκούζι» – «Μικρό αγόρι» και «Παζλ στο αέρα», φυσικά. Μία εφηβεία επιεικής που γίνεται (ή έχει ήδη γίνει) σαράντα, ένας κόσμος ταχύτητας και δίψας για το καινούργιο, το άγνωστο, το «άλλο», όπου χωράνε όλα, οι έρωτες, η πόλη και τα σπίτια της, τα φώτα και οι σκιές της, η αγάπη και η απελπισία («είχα τόσα ωραία πράγματα κι εσύ μου τα χάλασες»), τα «άσε μας, ρε μάνα» αλλά και τα «βάλε μου να φάω», η ματαιότητα και τα γκάζια προς ένα μέλλον που...

Ενα μέλλον που έγινε παρόν. Η συναυλία των Στέρεο Νόβα την περασμένη Δευτέρα ήταν η σύγκρουση του παρελθόντος και των προσδοκιών του με το παρόν και όσα εκπληρώθηκαν, ματαιώθηκαν ή, εντέλει, για πάντα ξεχάστηκαν. Ηταν ένας απολογισμός μιας εποχής που παρήγαγε κραδασμούς. Τα visuals (DOC TV Specials) και τα φώτα (Σπύρος Κουρκουμέλης), η σκηνοθεσία του Νίκου Πατρελάκη, τα σηκωμένα χέρια και τα αεικίνητα κεφάλια, οι αγκαλιές και τα κατεβασμένα βλέμματα ήταν μια επιστροφή στις «σκλάβες εφηβείες», όπως θυμάμαι ένα γκράφιτι να λέει, και στη φορτισμένη νεότητα, που τη δεκαετία του ’90 είχε αποφασίσει να βρει τον δρόμο προς την άγρια Δύση μόνη της, δεν χρειαζόταν να την «ξεβλαχέψουν».

Η μπάντα που σημάδεψε τα ’90s, που έκανε την Αθήνα ήχο, τα προάστιά της κραυγή, τα δημόσια νοσοκομεία της μέρη όπου γεννιούνται μνήμες και αγκαλιές, οι Στέρεο Νόβα, το δίδυμο που τραγούδησε τον 21ο αιώνα προτού εκείνος συμβεί, ο Κωνσταντίνος Β και ο Μιχάλης Δ ήταν μία στιγμή σ’ αυτή την πόλη, που προσπάθησε να αρπάξει τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο του μιλένιουμ, έχασε τον δρόμο και προχθές το βράδυ βρήκε τρόπο να μπει στη χρονομηχανή. Οι Στέρεο Νόβα είναι ο ήχος της πόλης, που παίρνει μαζί της όσα οι άνθρωποι προλαβαίνουν να αισθανθούν, έστω και στην κραυγή του «Μικρού αγοριού»: Μάνα...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ