ΒΙΒΛΙΟ

Το φονικό φεγγάρι των Echo and the Bunnymen

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Είναι αυτές οι ανυποψίαστες στιγμές που σε μεγαλώνουν, αλλά πρέπει να περάσει πολύς χρόνος για να το αντιληφθείς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Σ​​καρφάλωναν σ’ ένα λοφάκι που αποτελούσε τμήμα της ημιτελούς κερκίδας στο γήπεδο ποδοσφαίρου του Ποσειδώνα Γλυφάδας. Το γήπεδο διέθετε εξέδρες αλλά όχι στα «πέταλα», που ήταν απλώς υπερυψωμένα χώματα, μικροί λόφοι. Το γήπεδο είχε επίσης χορτάρι, σε αντίθεση με το ξερό του Aρη Βούλας, όπου είχαν μάθει λίγη μπάλα της πυρκαγιάς πνιγμένοι στη σκόνη και στο χώμα.

Τρύπωναν αργά τις νύχτες στον Ποσειδώνα. Δεν ήταν δύσκολο, φύλακας δεν υπήρχε. Επιαναν θέση στο χωμάτινο «πέταλο» που έβλεπε προς τον διάδρομο του αεροδρομίου. Κάπου στα δεξιά τους βρισκόταν η Λέσχη του Γκολφ και αριστερά τους η παραλιακή λεωφόρος, που επίσης έφερε το όνομα του απόλυτου άρχοντα των βυθών. Πέρα απ’ την πολύβουη Ποσειδώνος απλωνόταν ο Σαρωνικός.

Μπροστά τους μεσολαβούσε ένας δρόμος και μετά ήταν η περίφραξη του αεροδρομίου. Από κει και πέρα, το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο μικρά, σκορπισμένα, ευθυγραμμισμένα φώτα: οι διάδρομοι όπου προσγειώνονταν τα αεροπλάνα τα οποία περνούσαν ακριβώς από πάνω τους μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο, με διαφορά λίγων λεπτών το ένα από το άλλο.

Ηταν καλοκαίρι του 1988, δύο το πρωί, δεκαοκτώ χρόνων αγοράκια, με ένα φορητό ραδιοφωνάκι, ζούσαν το τελευταίο τους καλοκαίρι μαζί. Ο κύριος Γκρι θα έφευγε το φθινόπωρο για την Αγγλία.

Χάζευαν τα αεροπλάνα να προσγειώνονται, έβαζαν στοιχήματα για το επόμενο αεροπλάνο που θα περνούσε από πάνω τους, αν θα ήταν της Μπόινγκ ή της Αίρμπας, γελούσαν πίνοντας μπίρες και συζητούσαν για κορίτσια, πόσο ποθητά και πόσο τρομακτικά ήταν· για τους γονείς τους, πόσο ανυπόφοροι και πόσο αξιολάτρευτοι ήταν· για το μέλλον που παραμόνευε στη γωνία, απειλητικό και συναρπαστικό την ίδια στιγμή.

Δεν το ήξεραν τότε, αλλά ήταν ένας αποχαιρετισμός. Ενας αποχαιρετισμός που ήρθε με το κατάλληλο τραγούδι στο ραδιόφωνο. Το είχαν και οι τρεις πρωτακούσει τέσσερα χρόνια πριν από εκείνη τη νύχτα, στα δεκατέσσερά τους, γυμνασιόπαιδες ακόμη. Ηταν οι Echo and the Bunnymen και το «The Killing Moon», με τη μυστηριώδη κιθάρα και τα νυχτερινά έγχορδα, τις σκοτεινές συγχορδίες, τα ιλιγγιώδη γυρίσματα της μελωδίας.

Πέντε λεπτά τραγούδι· ήταν το μοναδικό πεντάλεπτο που δεν ήθελαν κανένα αεροπλάνο να τους χαλάσει τη μυσταγωγική ακρόαση, που ήταν και νοερή επιστροφή στο γυμνάσιο του 1984 αλλά, την ίδια στιγμή, ένας εσωτερικός, πνιχτός λυγμός που δεν έκρυβε μονάχα λύπη. Είναι αυτές οι ανυποψίαστες στιγμές που σε μεγαλώνουν, αλλά πρέπει να περάσει πολύς χρόνος για να το αντιληφθείς.

Δεν ήξεραν τι ακριβώς τους συνέβαινε εκείνη τη στιγμή, τι ήταν αυτό που σάλευε μέσα τους, δεν ήξεραν ότι ήταν το ίδιο που είχε σαλέψει στα σωθικά όλων των προηγούμενων γενεών, σε άλλα μέρη ίσως, με άλλα τραγούδια. Ο καθένας τους, εξάλλου, θυμάται εκείνη τη νύχτα διαφορετικά. Στο μόνο που συμφωνούσαν ωστόσο ήταν ότι είχε ωραίο φεγγάρι. Φονικό όμως· όπως όλα τα ωραία φεγγάρια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ