ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

JAMES COMEY
A Higher Loyalty
εκδ. Flatiron Books, σελ. 290

Οταν τον Σεπτέμβριο του 2013 ο πρόεδρος Ομπάμα τον διόρισε διευθυντή του FBI για δεκαετή θητεία, ο Τζέιμς Κόουμι δεν φανταζόταν ότι θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα σε μια τοξική περίοδο της αμερικανικής πολιτικής ζωής, που κορυφώθηκε με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 2016.

Μεσούσης της προεκλογικής εκστρατείας, το FBI διενεργούσε δύο πολιτικά εκρηκτικές έρευνες, που άγγιζαν τους δύο κυρίους προεδρικούς υποψηφίους, τη Χίλαρι Κλίντον και τον Ντόναλντ Τραμπ, για τον χειρισμό των οποίων δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά από τα δεξιά και από τα αριστερά. Η αποπομπή του από τον πρόεδρο Τραμπ τον Μάιο του 2017, η δεύτερη στην ιστορία του FBI από την ίδρυσή του το 1935, προκάλεσε σάλο, που αναζωπυρώθηκε από τον πόλεμο που του εξαπέλυσε ο Λευκός Οίκος με την κυκλοφορία του βιβλίου του, το οποίο εκτοξεύθηκε αμέσως στην κορυφή των ευπώλητων.

Οι αξίες του

Για να κατανοηθεί η στάση του στην επίμαχη περίοδο 2016-2017, ο συγγραφέας ανατρέχει στους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής του και στις αξίες που τον καθοδήγησαν στην επαγγελματική πορεία του, ως ομοσπονδιακό εισαγγελέα στη Νέα Υόρκη επιφορτισμένο με τη δίωξη της μαφίας και εγκλημάτων διαφθοράς, ως αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Μπους, όταν ήλθε σε ρήξη με τον αντιπρόεδρο Τσέινι για τη νομιμότητα των μυστικών προγραμμάτων παρακολούθησης της NSA και των βασανιστηρίων της CIA στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και ως διευθυντή του FBI υπό τους προέδρους Ομπάμα και Τραμπ στην υπηρεσία μιας Δικαιοσύνης «που πρέπει είναι τυφλή».

Η ανάγκη για ηγέτες προσηλωμένους στις υψηλότερες αξίες της αλήθειας και της ηθικής γίνεται πιο επιτακτική στις μέρες μας, τονίζει, όταν τα πραγματικά δεδομένα αμφισβητούνται, το ψέμα νομιμοποιείται και η ανέντιμη συμπεριφορά επιβραβεύεται στην Αμερική και αλλού.

Αγωνιώδης είναι η προσπάθεια του Κόουμι να αποκρούσει τις κατηγορίες ότι με τις ενέργειές του το 2016 επηρέασε έστω και έμμεσα το εκλογικό αποτέλεσμα υπέρ του Τραμπ και εις βάρος της Κλίντον. Ετσι, ενώ τον Ιούλιο 2016, χωρίς να καταλογίσει ποινικές ευθύνες στην Κλίντον αλλά «μία ιδιαίτερα απερίσκεπτη συμπεριφορά», είχε ανακοινώσει το κλείσιμο δωδεκάμηνης έρευνας του FBI, για να διαπιστωθεί αν από τον προσωπικό διακομιστή της είχε διακινηθεί απόρρητο υλικό όταν υπηρέτησε ως υπουργός Εξωτερικών, αιφνιδιαστικά δώδεκα μέρες πριν από τις κάλπες, το FBI ξανάνοιξε την έρευνα αυτή, όταν ανακάλυψε νέα ηλεκτρονικά μηνύματά της. Παρότι και από τη συμπληρωματική αυτή έρευνα δεν προέκυψε επιβαρυντικό στοιχείο κατά της Κλίντον, η ζημιά στην εικόνα της είχε ήδη συντελεστεί, μολονότι είναι αμφίβολο ότι η ανακίνηση της υπόθεσης αποτέλεσε το αποφασιστικό πλήγμα, που οδήγησε στην ήττα.

Ταυτόχρονα, όμως, το FBI αποφάσισε να μη δημοσιοποιήσει μία άλλη έρευνα-βόμβα που είχε ξεκινήσει τον Ιούλιο 2016, μετά την ανακάλυψη από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ενός σχεδίου ρωσικής ανάμειξης στις αμερικανικές εκλογές για να πληγεί η Κλίντον, με υποψίες για σύμπραξη στελεχών της καμπάνιας Τραμπ με τη Μόσχα. Ο Κόουμι υπερασπίζεται τις αμφιλεγόμενες ενέργειές του ως θεσμικά ορθές και αισθάνεται «ναυτία» στους ισχυρισμούς ότι παρενέβη υπέρ ή κατά ενός υποψηφίου, όταν διαρκής μέριμνά του ήταν η τήρηση του νόμου και η διαφύλαξη της αμεροληψίας του FBI, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες. (Στις εκλογές του 2016 ο ίδιος δεν ψήφισε, ενώ η σύζυγος και οι κόρες του στήριξαν την Κλίντον).

Στο βιβλίο περιγράφεται ως εφιαλτική η συνεργασία του με τον πρόεδρο Τραμπ. Ενώ ο ίδιος επεδίωκε να κρατάει αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο, αποφεύγοντας τις κοινωνικές επαφές με τους προέδρους, ο Τραμπ ήθελε να επιβάλει έναν άλλο κώδικα συμπεριφοράς, που του θύμιζε πρακτικές της μαφίας, με τον αρχηγό της να απαιτεί υποταγή, αφοσίωση και σιωπή από τα μέλη της «οικογένειας». Το μέλλον προμηνυόταν δυσοίωνο, όταν σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τραμπ του ζήτησε «υπόσχεση αφοσίωσης», για να εισπράξει «υπόσχεση εντιμότητας», ή όταν τον προέτρεψε να μη δώσει συνέχεια στην έρευνα του FBI για τον παραιτηθέντα σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Μάικλ Φλιν, που ελεγχόταν για ψευδομαρτυρία σχετικά με τις συνομιλίες του με τον Ρώσο πρέσβη στην Ουάσιγκτον.

Στις 9 Μαΐου του 2017, ο Κόουμι πληροφορήθηκε από την τηλεόραση την απόλυσή του, ενώ βρισκόταν σε υπηρεσιακό ταξίδι στο Λος Αντζελες, με εντολή να μην ξαναπατήσει το πόδι του σε κτίριο του FBI. Μερικές μέρες αργότερα η δημόσια πίεση που προκλήθηκε από τη διαρροή του περιεχομένου σημειώματός του για την προεδρική προτροπή στην υπόθεση Φλιν, ανάγκασε το υπουργείο Δικαιοσύνης να διορίσει τον προκάτοχό του στο FBI Ρόμπερτ Μιούλερ ως ειδικό ανακριτή στη ρωσική έρευνα.

Από τους τρεις προέδρους υπό τους οποίους υπηρέτησε, τον σεβασμό του Κόουμι κέρδισε ο Ομπάμα, γιατί συνδύαζε την αυτοπεποίθηση με την ταπεινοφροσύνη και ως ηγέτης ήθελε να ακούει πολλές γνώμες και όχι μόνο κολακείες. Κατά του προέδρου Τραμπ απευθύνει βαρύ κατηγορητήριο, ότι είναι ανέντιμος, ότι έχει αποκολληθεί από την αλήθεια, ότι «έχει ανάψει μία φωτιά, που απειλεί να κάψει τη χώρα». Είναι όμως αισιόδοξος, γιατί το δάσος έπειτα από μία φωτιά πάντα αναγεννάται, εναποθέτοντας τις ελπίδες του στην εγρήγορση του Τύπου, της νεολαίας και της Δικαιοσύνης.

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος διετέλεσε προϊστάμενος του γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ