ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

PATRICK MODIANO
Ενα πεντιγκρί
μτφρ. Ελένη Τζιάφα
εκδ. Πόλις, σελ. 133

Είναι αδύνατον να προσπαθήσεις να εντοπίσεις το κέντρο βάρους στα μυθιστορήματα του Πατρίκ Μοντιανό (Patrick Modiano, γενν. το 1945 ). Είναι σαν να αναζητείς τον πυρήνα της μνήμης ακολουθώντας τις διακλαδώσεις των νευρώνων του εγκεφάλου. Ή τις ρίζες ενός δένδρου που ήδη έχει φτάσει ψηλά. Αυτό ακριβώς είναι το νέο βιβλίο του βραβευμένου με Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2014 Γάλλου συγγραφέα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις: μια μεθοδική επιστροφή στο κέντρο της ύπαρξης, στην αρχή της ζωής του. Σαν επίμονος κηπουρός σκαλίζει το χώμα των πρώτων είκοσι χρόνων από τη γέννησή του, και σε αυτό το άγονο έδαφος που του έτυχε να φυτρώσει, καταφέρνει να κάνει τις λέξεις του να βλαστήσουν. Ακόμη κι αν αναφέρεται σχολαστικά σε ονοματεπώνυμα ανθρώπων άγνωστων σε εμάς, σε ονόματα παρισινών δρόμων, σε δευτερεύοντα καθημερινά περιστατικά της μακρινής δεκαετίας του ’50 και ’60, ο Μοντιανό φτιάχνει με το «Πεντιγκρί» του μια σπαρακτική αυτοβιογραφία.

Γιατί όμως πεντιγκρί; Αν μιλούσαμε για ζώα, θα αναζητούσαμε την προέλευση ενός καθαρόαιμου αφού ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ευγενική καταγωγή, την καθαρή ράτσα. Ομως, το γενεαλογικό δένδρο του Μοντιανό έχει πολλά ψεγάδια, σπασμένα κλαδιά και χαλασμένα φρούτα που δεν διστάζει να φέρει στο φως. Και μαζί με τα δικά του, ανασκαλεύει την παρισινή κοινωνία, θυμίζοντας στη σύγχρονη Γαλλία τη φύτρα της.

Αναζητώντας ίχνη

Ο ίδιος μιλάει για τον «αδέσποτο» εαυτό του, την ταπεινή γενιά του ως εξής: «Είμαι ένας σκύλος που παριστάνει ότι έχει πεντιγκρί. Η μητέρα και ο πατέρας μου δεν ανήκαν σε κανέναν σαφώς προσδιορισμένο κύκλο ανθρώπων. Τόσο σκόρπιοι, τόσο ανερμάτιστοι, που αγωνίζομαι να βρω κάποια ίχνη, κάποια σταθερά σημεία μέσα σε αυτή την κινούμενη άμμο, σαν αυτούς που προσπαθούν να συμπληρώσουν με γράμματα μισοσβησμένα μια ληξιαρχική πράξη ή τα προσωπικά στοιχεία σ’ ένα ερωτηματολόγιο».

Με την ψυχρή λογική του αρχειοθέτη που συντάσσει καταλόγους, ο Μοντιανό κυριολεκτικά ξεψαχνίζει την παιδική και εφηβική του ηλικία. Συλλέγει πληροφορίες, εικόνες, ντοκουμέντα χωρίς διάθεση ενδοσκόπησης και νοσταλγίας. Η πρώτη γραμμή της πρώτης σελίδας λέει: «Γεννήθηκα στις 30 Ιουλίου 1945 στην Μπουλόν - Μπιγιανκούρ, στην οδό Μαργκερίτ 11, γιος ενός Εβραίου και μιας Φλαμανδής, που γνωρίστηκαν στο Παρίσι τον καιρό της Κατοχής». Και συνεχίζει έτσι, με μια πρωτοπρόσωπη γραμμική αφήγηση που ξετυλίγεται σαν ο συγγραφέας να έχει πάρει στο κατόπι τον εαυτό του παρατηρώντας τον να μεγαλώνει. Ανέστιος και πλάνης. Ο σπουδαίος Τόμας Χάρντι είπε ότι το παρελθόν μας είναι μια ξένη χώρα, και σε αυτήν τη χώρα μάς ταξιδεύει ο Μοντιανό με κοφτό ύφος και σίγουρη γραφή.

Αποστασιοποιημένος αλλά ποτέ επικριτικός, με κατανόηση μάλλον παρά με θυμό, αναφέρεται στη σχέση με τους γονείς του που δεν υπήρξε ποτέ στοργική. Με βάση τα γεγονότα θα μπορούσε να φτιάξει ένα χρονικό εγκατάλειψης, αλλά δεν αφήνει τα συναισθήματα να υπεισέλθουν στην εξιστόρηση.

Γιος ενός μοναχικού άνδρα με αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και ηθική, ενός ανθρώπου με πλαστά ονόματα και ύποπτες δραστηριότητες, και μιας σκληρόκαρδης μητέρας με τρομακτικές εκρήξεις θυμού, πέρασε τα περισσότερα χρόνια της πρώιμης ζωής του παραπεταμένος: οικότροφος σε διάφορα σχολεία από τα οποία παρακαλούσε να τον πάρουν. Ποτέ δεν ήταν πραγματικά μόνος, ποτέ αρκετά κοντά στους δικούς του. Ακόμη και η πιο οδυνηρή στιγμή του, η απώλεια του αδερφού του Ρουντί με τον οποίο είχε σχέση θερμή, καταγράφεται ως το συμβάν πίσω από μια ληξιαρχική πράξη θανάτου.

Η παιδική ηλικία του Μοντιανό μοιάζει με τα μυθιστορήματά του: ο χρόνος είναι ελλειπτικός, οι χαρακτήρες αινιγματικοί, τα γεγονότα συγκεχυμένα και θολά. Η δε ατμόσφαιρα του αγαπημένου του Παρισιού, βαριά και καταθλιπτική.

Η ζωή του μικρού Πατρίκ ανήκει στους άλλους. Οι άλλοι ζουν, οι άλλοι δρουν και μέσα από τις ιστορίες τους επιστρέφουμε και πάλι στη Γαλλία της Κατοχής, μια ιστορική περίοδο που ο συγγραφέας επιμένει να εξετάζει. «Σαν να είχα ξεχάσει να κλείσω το φως στο δικό μου δωμάτιο ή στα νιάτα μου», έτσι επιστρέφει στην εστία του ο συγγραφέας. Μόνη βεβαιότητά του οι λέξεις, που θα γίνουν το μέσον διαφυγής του, και θα τον μεταφέρουν από τις σκιές στον κόσμο των ζωντανών.

Στα 1967, ο Μοντιανό μαθαίνει ότι το πρώτο του χειρόγραφο έγινε δεκτό και θα εκδοθεί. Είναι 22 χρόνων. Είναι μεσημέρι και περπατάει στο Παρίσι. Αργότερα θα παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση και μετά θα βγει για να δειπνήσει με φίλους. «Εκείνο το βράδυ αισθάνθηκα ανάλαφρος για πρώτη φορά», γράφει. «Η απειλή που κρεμόταν από πάνω μου όλα αυτά τα χρόνια, που με κρατούσε σε αγωνία διαλύθηκε μέσα στον αέρα του Παρισιού. Ανοιξα πανιά πριν βυθιστεί το σαρακοφαγωμένο σκαρί. Ηταν καιρός».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ