ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πώς οι ΜμΕ τροφίμων μπορούν να αυξήσουν τις εξαγωγές 0,5 δισ.

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε αύξηση των εξαγωγών που κάνουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στον τομέα των τροφίμων κατά μισό δισ. ευρώ ετησίως μπορούν να συμβάλουν στοχευμένες πρωτοβουλίες στα τέσσερα πιο εξωστρεφή τρόφιμα της Ελλάδας, δηλαδή το ελαιόλαδο, το κρασί, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα και τα λαχανικά. Με τον τρόπο αυτό, η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα των τελευταίων ετών, που οδήγησε στη μείωση του μεριδίου αγοράς στις συνολικές πωλήσεις του κλάδου από 41% το 2008 στο 32% το 2017. Αυτό συμπεραίνει μελέτη σε δείγμα 200 μικρομεσαίων επιχειρήσεων τροφίμων που πραγματοποίησε η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας και η οποία εστιάζει στα ισχυρά σημεία των τεσσάρων βασικών τροφίμων, αλλά και στις αδυναμίες που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν έτσι ώστε να αυξηθεί τόσο η παραγωγική δραστηριότητα όσο και η προστιθέμενη αξία τους.

Οπως διαπιστώνει η μελέτη, ο κλάδος τροφίμων και ποτών αποδείχθηκε ανθεκτικός κατά τη διάρκεια της κρίσης, διατηρώντας τον κύκλο εργασιών του κοντά στα 15 δισ. ευρώ και αυξάνοντας έτσι τη συνεισφορά του στις συνολικές πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα στο 7% το 2017 από 5% το 2008. Με δεδομένο ωστόσο ότι το 1/3 των πωλήσεων του κλάδου προέρχεται από τις ΜμΕ, οι αδύναμες επιδόσεις τους οδήγησαν στην απώλεια μεριδίων στις διεθνείς αγορές. Συγκεκριμένα, ενώ οι εξαγωγές των ελληνικών ΜμΕ τροφίμων αυξήθηκαν κατά 30% την τελευταία δεκαετία (συγκριτικά με 80% για τη διεθνή αγορά τροφίμων), το μερίδιό τους περιορίστηκε στο 0,12% το 2017 από 0,16% το 2008. Οπως σημειώνεται στην ανάλυση της Εθνικής Τράπεζας, βασικός λόγος για την απώλεια μεριδίου που παρατηρήθηκε στις ΜμΕ τροφίμων είναι το κλείσιμο ενός σημαντικού αριθμού τους, όμως αυτές που κατάφεραν να επιβιώσουν από την κρίση αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά περίπου 10% την τελευταία δεκαετία. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων και το χονδρεμπόριο δεν αντιμετώπισαν αντίστοιχα προβλήματα ανταγωνιστικότητας, καθώς κατάφεραν να ακολουθήσουν την κάθετη ανοδική πορεία της διεθνούς ζήτησης και έτσι να διατηρήσουν τα μερίδιά τους.

Η μελέτη ΕΤΕ προτείνει συγκεκριμένες πολιτικές βελτίωσης:

• Στο ελαιόλαδο, οι απαιτούμενες αλλαγές αφορούν κυρίως τον περιορισμό των εξαγωγών σε μορφή χύμα, που καλύπτουν το 44% των πωλήσεων του κλάδου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η «χαμένη» προστιθέμενη αξία από την εξαγωγή χύμα ελαιολάδου κυρίως στην Ιταλία είναι της τάξης των 150 εκατ. ευρώ ετησίως, αλλά, όπως σημειώνεται, η υψηλή ανταγωνιστικότητα του προϊόντος εξασφαλίζει υγιή κερδοφορία, με συνέπεια οι επιχειρήσεις να έχουν περιορισμένη διάθεση για περαιτέρω βελτιώσεις.

• Στο κρασί, έμφαση πρέπει να δοθεί στις συνενώσεις για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, καθώς πάνω από το 50% του τομέα θεωρεί σημαντικό εμπόδιο το μικρό μέγεθος της επιχείρησης.

• Στα γαλακτοκομικά, προτεραιότητα είναι οι συνεργασίες για την αναβάθμιση του δικτύου διανομής, καθώς το 25% του κλάδου θεωρεί την υστέρηση σε αυτό τον τομέα σημαντικό πρόβλημα.

• Στα φρούτα και τα λαχανικά, απαιτούνται ευρύτερες αλλαγές, με βασικότερο τις σημαντικές επενδύσεις για βελτίωση της τεχνολογίας παραγωγής, με στόχο κυρίως τον περιορισμό της εποχικότητας. Οπως σημειώνουν οι συντάκτες της μελέτης, οι εξαγωγές πολλών προϊόντων διενεργούνται σε ποσοστό σχεδόν 90% εντός ενός τριμήνου έναντι αντίστοιχου ποσοστού 50% για άλλες μεσογειακές χώρες. Επιπλέον απαιτείται επέκταση του δικτύου διανομής, με εστίαση στις αγορές της δυτικής Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίες σε προϊόντα όπως τα φρέσκα φρούτα καλύπτουν μόλις το 20% των εξαγωγών έναντι 70% για άλλες μεσογειακές χώρες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ