ΒΙΒΛΙΟ

Οι άνθρωποι είναι τόποι, είναι τοπία

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Ζακ Λακάν, όπως περιγράφεται από την ερωμένη Μιγιό, ήταν ένα ενδιαφέρον αλλά απαιτητικό ταξίδι από μόνος του. Εκρηκτική, εκκεντρική και καθ’ όλα γοητευτική προσωπικότητα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​​​κείνο το καλοκαίρι, χάρη στον Λακάν ανακάλυψα τη Ρώμη και την ερωτεύτηκα». Με τα ταξίδια στην Ιταλία ξεκινά η Κατρίν Μιγιό (Catherine Millot) το ταξίδι της στη ζωή του διάσημου Γάλλου ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν (1901-1981). Στο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέλευθος με τίτλο «Η ζωή με τον Λακάν» (μτφρ. Μαρίνα Κουνεζή) η συγγραφέας και ψυχαναλύτρια μοιράζεται με το ευρύτερο κοινό τις αναμνήσεις από τη δεκάχρονη κοινή τους ζωή.

Ηταν λίγο μετά το 1970 που η νεαρή Μιγιό, έχοντας ήδη σπουδάσει φιλοσοφία στη Σορβόννη, περιέβαλλε τον Λακάν μαζί με μια ευρύτερη ομάδα φιλοσόφων, μεταξύ αυτών και ο μετέπειτα γαμπρός και διαχειριστής των αρχείων του Ζακ, Αλέν Μιλέρ, στα σεμινάριά του. Σύντομα έγινε αναλυόμενή του και στη συνέχεια εκπαιδευόμενη ψυχαναλύτρια και ταυτόχρονα η σχέση τους γινόταν όλο και πιο προσωπική. Συνδέθηκαν ερωτικά και έζησαν μαζί (παρότι ο Λακάν διατηρούσε σχέσεις με τις πρώην του και είχε πάντοτε παράλληλα φλερτ) τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του Λακάν, παραβιάζοντας το ψυχαναλυτικό πλαίσιο, δημιουργώντας όμως την ίδια στιγμή τη δική τους μυθολογία και εν τέλει συντηρώντας τον ήδη υπάρχοντα μύθο που απλωνόταν γύρω από την εκρηκτική, εκκεντρική και καθ’ όλα γοητευτική προσωπικότητα του Λακάν.

Ο Λακάν, όπως περιγράφεται από την ερωμένη Μιγιό, ήταν ένα ενδιαφέρον αλλά απαιτητικό ταξίδι από μόνος του. Δεν ήταν μόνον ότι λάτρευε τα ταξίδια, επέστρεφε με κάθε ευκαιρία στην Ιταλία που αγαπούσε, ήξερε τα μυστικά των τόπων που συναντούσε, ανακάλυπτε γωνιές, θησαυρούς, εκθέματα. Σεβόταν τον τόπο. Ηξερε πάντα πού να τρώει καλά, τι να αναζητά πού και σε ποια μουσεία κρύβεται ο κάθε πίνακας. Είχε και εκεί συγκεκριμένες προτιμήσεις. Ζωγράφοι όπως ο Ντομενικίνο ή ο Τζούκι ήταν οι αγαπημένοι του. Καθόταν με τις ώρες μπροστά στον πίνακα «Ερως και Ψυχή» του Τζούκι ανακαλύπτοντας κάθε φορά και κάτι που τον εντυπωσίαζε. Πολύ συχνά οι λεπτομέρειες των ανακαλύψεων που έκανε στις ατέλειωτες ώρες της παρατήρησης στα μουσεία εμπλούτιζαν το ψυχαναλυτικό υλικό του στα περίφημα σεμινάριά του.

Υπήρχε όμως άλλος τόπος που δυσκολευόταν κάθε φορά που τον συναντούσε και αυτό ήταν η πραγματικότητα (ο νόμος, ο κανόνας) και τα όρια που έθετε αυτή. Δεν σταματούσε ποτέ σε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μπορούσε να ικανοποιήσει τη σύντροφό του και τους φίλους τους με έναν τρόπο που υπερέβαινε τον νόμο της βαρύτητας. Μόνον όταν ερχόταν αντιμέτωπος με το πραγματικό με τρόπο ακαριαίο (έχασε την κόρη του από αυτοκινητικό, συγκρούστηκε το όχημά του σε κιγκλίδωμα, αλλά βγήκε ως εκ θαύματος σώος και λίγο αργότερα νόσησε από καρκίνο του εντέρου) αποδέχτηκε την πραγματικότητα ως δυνατότερη από εκείνον (εγκατέλειψε την οδήγηση και αρνήθηκε να κάνει οποιαδήποτε θεραπεία, απαντώντας στους δικούς του «γιατί έτσι μου κάνει κέφι»).

Ο Λακάν, όπως τον περιγράφει η Μιγιό, είναι ένα ιταλικό τοπίο της Αναγέννησης, είναι ένας πλούσιος σε βλάστηση αλλά και βουνά τόπος. Είναι κατοικημένος αλλά και απόκρημνος. Είναι ένας τόπος που δεν απευθύνεται προς κατανόηση σε πολλούς, αλλά διατηρεί τη λάμψη και τη γοητεία του όσα χρόνια και εάν περάσουν. Είναι ένας καλλιεργημένος τόπος.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φρόιντ ονόμασε Α΄ Τοπική και Β΄ Τοπική (μετά το 1920) τον διαχωρισμό του Συνειδητού και του Ασυνειδήτου, με τις τομές και τον εμπλουτισμό που περιέχουν αυτές με την εξέλιξη της ψυχανάλυσης.

Σκέφτομαι ότι είμαστε όλοι οι άνθρωποι τόποι και τοπία. Τοπία προς ενατένιση, προς θαυμασμό, χαλαρωτικά, αλλά και θλιβερά, απόκοσμα και εγκαταλελειμμένα τοπία.

Ακόμα περισσότερο σε βάθος είμαστε τόποι. Για να γνωρίσουμε και εμείς οι ίδιοι τι είδους τόποι είμαστε, πρέπει να ταξιδέψουν πολλοί μέσα μας κι εμείς να ταξιδέψουμε μέσα σε άλλους. Πρέπει να στοχαστούμε τι είδους τόποι σε βάθος ήταν οι γονείς μας. Πολλές φορές οι τόποι δεν είναι αυτό που φανταζόμασταν. Τα ταξίδια οδηγούν σε ένα ξέφωτο, αλλά γίνονται και οδυνηρά, αδιέξοδα. Εκ πρώτης κανείς δεν φαίνεται ερεβώδης. Κανείς εκ πρώτης δεν μοιάζει με τη Γη της Επαγγελίας, και αν μοιάζει μάλλον δεν είναι.

«Το πιο μακρύ ταξίδι μου είσαι εσύ», έλεγε ο «ποιητής», και πάντα –ενώ αγαπώ τα ταξίδια– στέκομαι με μεγάλη επιφύλαξη απέναντι σε ανθρώπους που ταξιδεύουν συνεχώς σε άλλους τόπους στην υφήλιο για να βρουν κάτι τη στιγμή που το έχουν μέσα τους, δίπλα τους.

Η συνάντηση των ανθρώπων είναι πάντα ένα κοσμογονικό γεγονός, όμοιο με το Βig Βang. Μόνον η ανθρώπινη ένωση δημιουργεί το θαύμα, η ανθρώπινη συναναστροφή λειτουργεί σαν ίαμα, σαν πηγή.

Καμιά φορά, όμως, ο ανθρώπινος τόπος έχει τις ευαισθησίες του, το εύθραυστο έδαφός του ή τον σπάνιο πλούτο του. Και εκεί χρειάζεται κάθε φορά ο αντίστοιχος ταξιδιώτης, ένας Λακάν που στέκει με θαυμασμό ώρες ατέλειωτες απέναντι σε μια τοιχογραφία. Που βλέπει το θαύμα και δεν κάνει πίσω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ