ΘΕΑΤΡΟ

Οι «Τρεις αδελφές» σε μια αριστουργηματική εκδοχή

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Η παράσταση του Κρατικού Ακαδημαϊκού Θεάτρου του Νοβοσιμπίρσκ λειτουργεί και σαν πρόκληση να ξαναδούμε τι σημαίνει παράδοση και πώς αυτή μπορεί να οδηγήσει σε απολύτως σύγχρονα μονοπάτια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Aπό το μακρινό Νοβοσιμπίρσκ, βιομηχανική πόλη με 1,5 εκατ. κατοίκους στη Δυτική Σιβηρία, 2.800 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας, ήρθε η έκπληξη: ίσως η καλύτερη παράσταση τσεχωφικού έργου που έχω δει. Οι «Τρεις αδελφές», όπως τις σκηνοθέτησε ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν για το Κρατικό Ακαδημαϊκό Θέατρο του Νοβοσιμπίρσκ (ΚΑΘΝ) λειτουργεί ως πρόκληση να ξαναδούμε τι σημαίνει παράδοση και πώς αυτή, όταν αντιμετωπίζεται ως πολύτιμο κεφάλαιο γνώσης, μπορεί να οδηγήσει σε καινούργια, απολύτως σύγχρονα μονοπάτια.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το 1932 ένας περιοδεύων θίασος εγκαταστάθηκε στο Νοβοσιμπίρσκ και ίδρυσε το πρώτο μόνιμο θέατρο της πόλης. Bρήκε στέγη στο άλλοτε Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλης, ένα καλόγουστο κτίριο του 1914, που μετατράπηκε σε θέατρο τη διετία 1935-7. Εκεί στεγάζεται έκτοτε το Κρατικό Ακαδημαϊκό Θέατρο του Νοβοσιμπίρσκ, εντός του οποίου καλλιεργήθηκε το ταλέντο του 34χρονου σήμερα Τιμοφέι Κουλιάμπιν. Κι αυτό γιατί ο πατέρας του, Αλεξάντερ Κουλιάμπιν, είναι (διοικητικός) διευθυντής του θεάτρου επί σειρά ετών, άνθρωπος δημιουργικός που εργάστηκε συστηματικά για το άνοιγμα και την επικοινωνία του θεάτρου με την υπόλοιπη Ρωσία και την Ευρώπη.

Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν σπούδασε στη Μόσχα, στη Ρωσική Ακαδημία Θεάτρου (GITIS). Επιστρέφοντας στο Νοβοσιμπίρσκ το 2007, κατάφερε να ξεχωρίσει ως ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της νέας γενιάς, με παραστάσεις που διεκδίκησαν τη Χρυσή Μάσκα, το ανώτατο θεατρικό βραβείο στη Ρωσία. Το 2009 σκηνοθέτησε την πρώτη του όπερα, τον «Πρίγκιπα Ιγκόρ» του Μποροντίν. Ακολούθησε, το 2014 ο «Τανχόιζερ» του Βάγκνερ, που εξόργισε τους φανατικούς χριστιανούς και οδήγησε στην απόλυση του τότε διευθυντή της Κρατικής Οπερας του Νοβοσιμπίρσκ – θέμα που απασχόλησε τις πολιτιστικές σελίδες και των ευρωπαϊκών ΜΜΕ. Δεν άργησαν να τον ανακαλύψουν τα φεστιβάλ και τα θέατρα της δυτικής Ευρώπης. Με τις «Τρεις αδελφές», που ανέβασε το 2015, ως πρώτος σκηνοθέτης πια του ΚΑΘΝ, οι δρόμοι άνοιξαν διάπλατα.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Η ζωή μου στην τέχνη» (1924), ο Κονσταντίν Στανισλάβσκι γράφει ότι χάρη στον Τσέχωφ κατανόησε τη σημασία των μη λεκτικών στοιχείων στη σκηνική γλώσσα. Μέσα από τις κινήσεις και τις εκφράσεις των ηθοποιών, από τη σχέση τους με άψυχα αντικείμενα, από τις παύσεις, από τον τρόπο που ένας ήχος ή μια χειρονομία προκαλεί ψυχικές/συναισθηματικές αντιδράσεις, διαμορφώνεται ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου σημαντικό με τους διαλόγους, «κείμενο».

Εναν αιώνα μετά, η παρακαταθήκη του Στανισλάβσκι, που επινόησε το σύστημά του προσπαθώντας να αποδώσει επαρκώς την «εσωτερική δράση» στα έργα του Τσέχωφ, οδήγησε τον Κουλιάμπιν σε μια καινούργια, ουσιαστική προσέγγιση των «Τριών αδελφών». Δύο είναι οι βασικές ιδέες του. Η πρώτη αφορά την αντιμετώπιση του οίκου των Πρόζοροφ ως κλειστού συστήματος ανθρώπων, αποξενωμένων από τη ζωή της επαρχιακής πόλης στην οποία βρέθηκαν να ζουν. Καλλιεργημένες, με αέρα μοσχοβίτικο, οι τρεις αδελφές μόνο με τους αξιωματικούς της στρατιωτικής φρουράς μπορούν να επικοινωνήσουν. (Ο Στανισλάβσκι σημειώνει ότι ο Τσέχωφ εκτιμούσε πολύ τους άνδρες του στρατού καθώς τους θεωρούσε φορείς εκπολιτισμού των υπανάπτυκτων, απομακρυσμένων επαρχιών).

Η ιδέα του αποκλεισμού οδήγησε τον Κουλιάμπιν στον κόσμο των κωφών, των οποίων η ζωή αναγκαστικά περιορίζεται εντός της κοινότητάς τους, και στη νοηματική γλώσσα. Πρόκειται για «γλώσσα» οπτικοκινητική, που βασίζεται στις κινήσεις των χεριών και του σώματος, και στην έκφραση του προσώπου – κατά μία έννοια είναι ένας ερμηνευτικός τρόπος κοντά στις επιταγές του physical theatre.

Σε δεύτερη φάση, ο σκηνοθέτης διαμόρφωσε την ηχητική παρτιτούρα της παράστασης και έδωσε στα σκηνικά αντικείμενα (άλλα παλιομοδίτικα, άλλα σύγχρονα) τον ρόλο που τους αναλογεί στην, κατά Στανισλάβσκι, «ανάπτυξη της εσωτερικής πλοκής».

Η σκηνοθετική ευφυΐα του Κουλιάμπιν αποδεικνύεται και στον τρόπο που παίζει υφολογικά με διαφορετικά θεατρικά είδη από πράξη σε πράξη: από τον ζωηρό και χαρούμενο παίξιμο της πρώτης πράξης, λ.χ., στο μελαγχολικό, υποτονικό ρυθμό της δεύτερης, στο σκοτεινό, «εμπόλεμο» κόσμο της τρίτης (στο σκοτάδι η Μάσα εξομολογείται τον έρωτά της για τον Βερσίνιν και ο αδελφός της θα επιβάλει, με τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί σε άλλη παράσταση των «Τριών αδελφών», την ισχύ των μικροαστών στην οποία και ο ίδιος έχει πια υποκύψει).

Στην τελευταία πράξη, των αποχωρισμών, ο Κουλιάμπιν τιμά τη μεγάλη θεατρική σχολή της χώρας του, αυτήν που διαμόρφωσαν ο Στανισλάβσκι, ο Μέγιερχολντ, ο Ταϊρόβ, και ταυτόχρονα προχωρεί παρακάτω, μέσα από σημαίνουσες και διόλου σοβαροφανείς ή ψευτοδραματικές κινήσεις, όπως όταν η Μάσα, γελοία και σπαρακτικά, δεν αφήνει το χέρι του συνταγματάρχη, που δυσανασχετεί γιατί βιάζεται να φύγει. Ή, στην τελική σκηνή, όταν οι τρεις αδελφές, καθ’ όλα ηττημένες, «φωνάζουν», χορεύοντας, την επιθυμία τους για ζωή.

Δεν ήταν μόνο μία βαθιά συγκινητική παράσταση. Οι «Τρεις αδελφές» του Κουλιάμπιν δίνουν κι ένα χρήσιμο μάθημα στη δική μας νέα γενιά σκηνοθετών. Ναι, μπορεί η παράσταση να ξεκινά μ’ ένα βίντεο της Μάιλι Σάιρους και ο Φεντότικ να τραβά φωτογραφίες με το κινητό του, αλλά να παραμένει απόλυτα πιστή στο πνεύμα του Τσέχωφ – το έργο του οποίου, άλλωστε, πρωταγωνιστεί ως μέρος της σκηνογραφίας με τη μορφή υπέρτιτλων.

Για να φτάσει, ωστόσο, σε τέτοιο επίπεδο σκηνοθετικής επάρκειας και ωριμότητας, ο Ρώσος σκηνοθέτης στα πρώτα του βήματα (εκ)παιδεύτηκε στα πολύτιμα ορυχεία του κλασικού ρεπερτορίου. Δεν έχασε χρόνο και ενέργεια σε συνθέσεις και διασκευές, χωρίς δομή και προορισμό, χωρίς εφόδια και εργαλεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ