ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακάτικο μπάρμπεκιου στα υπερβόρεια προάστια

Γιώργος Ρομπόλας

«Αυτό δεν θα το ξαναβάλεις στο στόμα σου, κατάλαβες;» Δεν είμαι σίγουρος πως η μικρή Βέρα κατάλαβε τι της έλεγε η μαμά της, οι υπόλοιποι όμως καταλάβαμε πως, αν μασούλαγε ξανά κάποια πευκοβελόνα, θα το πλήρωνε ακριβά. Παγώσαμε λίγο, παίξαμε με τα κινητά μας, κάναμε σαχλά αστειάκια για να περάσει η βουβαμάρα, καθησυχάσαμε τα σκυλιά που μουρμούριζαν και συνεχίσαμε κανονικά. Δεν θα επιτρέπαμε σε τίποτα να μας χαλάσει αυτό το κυριακάτικο μπάρμπεκιου – ούτε καν στα παιδιά.

Είχαμε μαζευτεί ξανά όλη η παρέα στο πατρικό μου, μονάχα που κανείς δεν έμενε πια στον Διόνυσο. Εκτός από τη Λίζα που είχε γίνει μαμά· είχε φύγει και είχε ξαναγυρίσει· είχε αφήσει τα μπαρ, τα θέατρα, τα φαγάδικα και τα ξενύχτια του κέντρου για τη ζωή στα υπερβόρεια προάστια, εκεί όπου το κέφι -συνήθως- πεθαίνει. Ωραιότατη η φύση, αναζωογονητικός ο καθαρός αέρας, μαγική η Πεντέλη, αλλά ας μη γελιόμαστε: με το που περάσεις τη νοητή γραμμή της Κηφισιάς, είναι σαν να υπογράφεις συμβόλαιο με τη σύνταξη.  

Ήμασταν όλοι εκεί, οι ίδιοι άνθρωποι, αλλά αρκετά διαφορετικοί. Κάποιος ανέλαβε να φτιάξει τη φωτιά, άλλος να φέρει τα κρέατα, κάποιος θα έπλενε τα πιάτα, άλλος θα έβαζε τη μουσική και ο γνωστός άγνωστος δεν έκανε τίποτε άλλο πέρα από το να εξυμνεί την ομαδική προσπάθεια. Μαζευτήκαμε έπειτα από καιρό. Τα μεγαλεπήβολα όνειρα είχαν πάει περίπατο και είχαν αντικατασταθεί από ένα αφόρητο άγχος για το εργασιακό μέλλον. Οι πομπώδεις δηλώσεις είχαν μετατραπεί σε κάτι ψιθύρους για το «πού βαδίζουμε, κύριοι». Και, αντί για άπλετο φοιτητικό χρόνο, είχαμε μονάχα λίγες μετρημένες ώρες μέχρι να εμφανιστεί το τέρας της Δευτέρας.

Δεν μπορώ να πω ότι περάσαμε άσχημα, το αντίθετο. Τα γέλια ήταν αρκετά, τα αστεία βέβαια γνωστά, οι ιστορίες από το λύκειο επικές, αν και χιλιοειπωμένες, και οι πολιτικές συζητήσεις βαρύνουσας σημασίας, χωρίς φυσικά να οδηγούν πουθενά. Είχαμε όμως πια το γνώθι σαυτόν - οι ψευδαισθήσεις ότι θα ζούσαμε σαν σταρ του σινεμά είχαν εξανεμιστεί προ πολλού.

Παρ’ όλα αυτά, σε μια ύστατη προσπάθεια να υπερασπιστώ αυτές τις ίδιες ψευδαισθήσεις, αποφάσισα να πάρω το γνωστό μπλαζέ ύφος μου, να ανάψω τσιγάρο και να προσποιηθώ πως αποτραβιέμαι στις σκέψεις μου. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μη διορθώνεται με λίγο παραπάνω αλκοόλ», ακούστηκε, λίγο τραυλή από το ποτό, η φωνή ενός επιστήθιου φίλου. Ένα από εκείνα τα μεγάλα πανανθρώπινα ψέματα που είναι αρκετά για να προκαλέσουν γενικευμένη ευφορία. Δυστυχώς, όμως, στην περίπτωσή μου λειτούργησε ανάποδα και το μόνο που κατάφερε να μου χαρίσει ήταν ένα τσουβάλι αφόρητες τύψεις.

Τους άφησα όλους σύξυλους στην αυλή. Θα αναρωτήθηκαν: «Καλά, πού πάει τώρα αυτός, τρελάθηκε;». Κατευθύνθηκα με γοργά βήματα προς το παιδικό μου δωμάτιο ψάχνοντας καταφύγιο. Άναψα τα φώτα ταραγμένος για να αντικρίσω μια γνώριμη εικόνα: δεκάδες εισιτήρια από ροκ συναυλίες στους τοίχους, αφίσες από φοιτητικά φεστιβάλ, άπειρα CD και μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας σκορπισμένα σαν χαλιά στο πάτωμα. Και όσο η νύχτα έπεφτε στα υπερβόρεια προάστια κι ενώ τα σκυλιά αλυχτούσαν επειδή οι γείτονες άναβαν «φιδάκια» για τα κουνούπια, κι όσο η μικρή Βέρα συνέχιζε να τρώει πευκοβελόνες, εγώ έμενα καθισμένος στο μικρό μου βασίλειο. Ευτυχισμένος μέσα στην επίπλαστη δυστυχία μου, έψαχνα απεγνωσμένα να βρω πού και πότε ακριβώς χάθηκαν τα εφηβικά μου όνειρα, που ήταν γεμάτα διαστημόπλοια, πολύ βαριές κιθάρες και μια κρυφή ελπίδα για κάτι πραγματικά πολύ σπουδαίο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ