H διεθνής Ελληνίδα τραγουδίστρια ετοιμάζεται για τη μεγάλη συναυλία της στην Αθήνα και θυμάται στιγμές, ανθρώπους και συναντήσεις που συνδέονται με τις πρώτες της εμφανίσεις στο ρωμαϊκό ωδείο.

«Πιτσιρίκα πήγα για πρώτη φορά στο Ηρώδειο. Οι γονείς μου αγαπούσαν πολύ το λυρικό θέατρο και το αρχαίο δράμα και με έπαιρναν συχνά μαζί τους. Το 1962 ήμουν ανάμεσα στο κοινό στη συναυλία του Φρανκ Σινάτρα. Μαγεύτηκα και σκεφτόμουν: Θα αξιωθώ ποτέ να τραγουδήσω κι εγώ σ’ αυτή τη σκηνή;» μου λέει η Νάνα Μούσχουρη καθώς πίνουμε τον καφέ μας. Kαι να που την Πέμπτη 5 Ιουλίου επιστρέφει στο Ηρώδειο.

Τι είναι αυτό που κάνει το Ηρώδειο μοναδικό;

Έχω τραγουδήσει σε πάρα πολλούς και σημαντικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, αλλά σαν το Ηρώδειο δεν είναι κανένας. Όταν μπαίνεις μέσα σε αυτό το θέατρο, νιώθεις την ενέργεια που έχει αποτυπωθεί σε κάθε σπιθαμή του από όλους όσοι έχουν περάσει το κατώφλι του μέσα στους αιώνες. Έπειτα, είναι έτσι φτιαγμένο, που νομίζεις ότι σε παίρνει στην αγκαλιά του. Είναι συγκλονιστική εμπειρία. 

Τελικά, περιμένατε πολύ μέχρι να τη ζήσετε...

Πράγματι. Για πολλά χρόνια δεν επιτρεπόταν σε μια τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού –που δεν το είχαν και σε μεγάλη υπόληψη– να εμφανιστεί σε έναν τέτοιο χώρο. Το ίδιο ίσχυε και για την Επίδαυρο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ο Μάνος Χατζιδάκις μού ζήτησε να ερμηνεύσω, μαζί με τον Γιώργο Μούτσιο, το τραγούδι «Ένα μύθο», που είχε γράψει για τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Ακολούθησα τον θίασο στην Επίδαυρο και ήμουν ενθουσιασμένη. Αλλά λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα, ο Μάνος δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από το υπουργείο Πολιτισμού: του είπαν ότι δεν μπορούσα να συμμετάσχω στην παράσταση. Ίσως θεώρησαν ότι θα βεβήλωνα το αρχαίο θέατρο... Μάζεψα τα πράγματά μου και επέστρεψα στην Αθήνα. Ήταν μία από τις πιο μεγάλες απογοητεύσεις της καριέρας μου.

Πώς ξεχνιέται μια τέτοια πικρή στιγμή;

Δεν χρειάζεται να ξεχαστεί, κάθε άλλο. Το εννοώ. Η ζωή μας έχει και αποτυχίες. Και είναι πολύ χρήσιμες, πιστέψτε με.

Το 1984 δώσατε την πρώτη σας συναυλία στο Ηρώδειο και ήταν τεράστια επιτυχία. Νιώσατε ότι πήρατε την εκδίκησή σας;

Περισσότερο ως δικαίωση το αισθάνθηκα. Έλειπα ήδη είκοσι χρόνια στο εξωτερικό, εκείνο το βράδυ ήταν σαν η Ελλάδα να μου είπε: «Καλώς ήρθες στην πατρίδα σου»! Και σήμερα ίδιο είναι το συναίσθημα. Είμαι ευγνώμων που μου δίνεται η ευκαιρία να εμφανιστώ ξανά σε αυτόν τον ιερό χώρο.

Σε εκείνη τη συναυλία σας με ενθουσιασμό σάς είχε χειροκροτήσει, μεταξύ άλλων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Πότε τον γνωρίσατε;

Το 1959, στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, είχα κερδίσει το πρώτο και το δεύτερο βραβείο – με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» (Μάνος Χατζιδάκις) και το «Ξέρω κάποιο αστέρι» (Μίμης Πλέσσας - Κώστας Πρετεντέρης) αντίστοιχα. Ο Καραμανλής με κάλεσε για να με γνωρίσει, να με συγχαρεί και να μου δώσει μια συμβουλή. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε μια φιλία που διήρκεσε μέχρι τον θάνατό του.

Τι σας συμβούλευσε;

Μου είπε: «Από εδώ και πέρα μην κοιτάς γύρω σου ποιος είναι πρώτος, δεύτερος ή τρίτος. Αυτό που πρέπει να σε ενδιαφέρει είναι πώς εσύ θα γίνεσαι καλύτερη, μέρα με τη μέρα. Όπως ένας αθλητής βελτιώνει το προσωπικό του ρεκόρ, έτσι να είσαι στην τέχνη σου». Δεν το ξέχασα ποτέ. Πορεύτηκα στην καριέρα μου χωρίς το άγχος του σουξέ και της μόδας, αλλά με συνεχή προσπάθεια να βελτιώνομαι διαρκώς μέσα από τις επιλογές μου και να χτίζω μια δυνατή σχέση με το κοινό, όχι ευκαιριακή, αλλά σε βάθος χρόνου. Το δεύτερο σπουδαίο μάθημα, της αυτογνωσίας, το πήρα από την Κάλλας. Έπειτα από κάθε παράσταση, καθόταν μπροστά στον καθρέφτη και κοιτούσε το είδωλό της. «Maria, tu le merites?» ρωτούσε τον εαυτό της. «Το αξίζεις;» 

Νιώθετε ακόμη το άγχος της σκηνής ή το έχετε τιθασεύσει;

Το έχω! Στα πρώτα 3-4 τραγούδια έχω πάντα τρακ. Μετά το ξεπερνάω. Ο Κουίνσι Τζόουνς (σ.σ. ο διάσημος παραγωγός του άλμπουμ «Nana Mouskouri in New York» που κυκλοφόρησε το 1962 στις ΗΠΑ) μου έλεγε: «Όταν βγαίνεις στη σκηνή, δείχνεις τόσο τρομαγμένη – σαν να έχεις ανοίξει λάθος πόρτα! Να το κρατήσεις αυτό το ύφος, μην το αλλάξεις ποτέ».

Ο τίτλος της φετινής συναυλίας σας στο Ηρώδειο, στις 5 Ιουλίου, είναι «Ένα μύθο θα σας πω». Θα τραγουδήσετε τα τραγούδια που σας έδεσαν για πάντα με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο και τη Μελίνα Μερκούρη. Με τον Χατζιδάκι πώς γνωριστήκατε;

Είχα ήδη κάνει το ντεμπούτο μου ως τραγουδίστρια, δίπλα στον Μίμη Πλέσσα, όταν ζήτησε να με γνωρίσει. Δώσαμε ραντεβού στα στούντιο της Φίνος Φιλμς, μια και σκεφτόταν να ερμηνεύσω ένα τραγούδι για μια ταινία. Παρών στη συνάντησή μας ήταν και ο Φιλοποίμην Φίνος, που ήδη με γνώριζε, όχι βέβαια ως τραγουδίστρια, αλλά λόγω του πατέρα μου, που ήταν μηχανικός προβολής ταινιών. «Μα, αυτή είναι η κόρη του Νυχτερίδα», είπε γελώντας στον Χατζιδάκι. «Νυχτερίδας» ήταν το παρατσούκλι του πατέρα μου, γιατί είχε πάθος με τα χαρτιά. Από τότε ο Μάνος έγινε ο μέντοράς μου. Έβαλε ψυχή στο τραγούδι μου. Μαζί με τον Γκάτσο μού έδωσαν την ελληνική μουσική μου ταυτότητα – μέχρι τότε είχα μεγάλη εμπειρία κυρίως σε ξένα τραγούδια. Άνοιξαν τους πνευματικούς μου ορίζοντες. Απέναντί τους ήμουν πάντα μαθήτρια. Ασκήθηκα στην πειθαρχία, στον σεβασμό, στην αναζήτηση της αλήθειας.

Από τον Γκάτσο τι θυμάστε πιο έντονα;

Τον έβλεπα με δέος. Το «Χάρτινο το φεγγαράκι» το είχαν γράψει για τη Μελίνα, για την παράσταση «Λεωφορείον ο πόθος». Ο Μάνος το έδωσε μετά και σ’ εμένα να το ηχογραφήσω. Ο Γκάτσος διαφώνησε. Δεν του άρεσε ο τρόπος που το ερμήνευα. «Δεν καταλαβαίνεις τι λες», μου είπε μια μέρα. Ήταν πολύ ειλικρινής. Στενοχωρήθηκα. Πέρασαν αρκετοί μήνες, παιδεύτηκα, πάντα το συμπεριλάμβανα στα live μου και με τον καιρό έγινε «δικό μου». Το τραγούδησα όπως το ένιωθα. Ένα βράδυ ήρθε στο μαγαζί όπου τραγουδούσα και με άκουσε. «Τώρα το έχεις καταλάβει. Από εδώ και πέρα θα είναι το τραγούδι σου», μου είπε. 

Και με «Τα παιδιά του Πειραιά» το ίδιο δεν ισχύει;

Φυσικά! Στη γέννηση αυτού του τραγουδιού, άλλωστε, ήμουν η μαμή! (Γελάει) Το είχε παραγγείλει ο Ντασέν για το «Ποτέ την Κυριακή» και πίεζε πολύ τον Χατζιδάκι, γιατί, ενώ η ταινία ήταν έτοιμη, εκείνος δεν είχε ακόμη τελειώσει τη μουσική. Ένα βράδυ, ο Μάνος μού τηλεφώνησε στο σπίτι. Ήταν εκνευρισμένος. «Έλα αμέσως», μου είπε. Μου έδωσε η μητέρα μου χρήματα, πήρα ένα ταξί και πήγα. Καθίσαμε μαζί στο πιάνο. Εκείνος έπαιζε, εγώ τραγουδούσα. «Aπ’ το παράθυρό μου στέλνω ένα, δύο και τρία και τέσσερα φιλιά...» Στις πέντε το πρωί, το τραγούδι ήταν έτοιμο. Έπειτα από τηλεφώνημά του έφτασαν και η Μελίνα με τον Ζυλ για να το ακούσουν. Εκείνη φορούσε ένα παλτό πάνω από τη νυχτικιά της, εκείνος ήταν με τις παντόφλες!

Σε τι μοιάζατε με τη Μελίνα και σε τι διαφέρατε;

Αν και Ζυγοί και οι δύο, δεν μοιάζαμε καθόλου. Εκείνη είχε πείσμα, τσαμπουκά και μεγάλη αυτοπεποίθηση. Όταν έβαζε κάτι στο μυαλό της, δεν ησύχαζε αν δεν το κατάφερνε. Εγώ είμαι μάλλον φοβητσιάρα και ποτέ δεν πίστεψα ότι ήμουν όμορφη. Κυνηγάω τους στόχους μου, αλλά με διαφορετικό τρόπο, με υπομονή και επιμονή.

Οι γάμοι, τα παιδιά, τα εγγόνια

Η Νάνα Μούσχουρη μεγάλωσε στο Κουκάκι. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός προβολής στον θερινό κινηματογράφο «Πρωτέας». Έπαιζε με τις κούκλες που η μεγαλύτερη αδελφή της, η Τζένη, έφτιαχνε από κουρελόπανα. «Όμως, έτσι κι αλλιώς», αναφέρει στην ιστορία της ζωής της, όπως την αφηγήθηκε πριν από λίγα χρόνια στον δημοσιογράφο Φώτη Απέργη (εκδόσεις Λιβάνη), «εμείς ζούσαμε στο... Χόλιγουντ. Πίσω από την οθόνη υπήρχε ένα σπιτάκι με δυο δωμάτια. Στο ένα κοιμούνταν οι γονείς μας. Το άλλο, ανάλογα με την ώρα, χρησίμευε σαν τραπεζαρία ή παιδικό δωμάτιο. Η οθόνη φαινόταν πελώρια στα παιδικά μας μάτια και ανάποδη. Βλέπαμε μόνο την πίσω πλευρά, με τους καβαλάρηδες των γουέστερν να καλπάζουν κατά πάνω στον φτωχό μας τοίχο. Αργότερα, ο πατέρας συμπέρανε ότι “έτσι χάλασα τα μάτια μου”».

Η σκηνή του «Πρωτέα» ήταν η ιδιωτική παιδική χαρά της. Εκεί ανέβαινε και έδινε φανταστικά ρεσιτάλ, επηρεασμένη από τις σπουδαίες ταινίες της εποχής. «Περνούσαμε δύσκολα, μια και ήμασταν φτωχή οικογένεια, αλλά πάντα αισθανόμουν περιτριγυρισμένη από την τέχνη, ποτέ δεν μου έλειπαν τα ερεθίσματα».

Φέτος συμπληρώνετε εξήντα χρόνια καριέρας. Υπάρχει κάτι που θα κάνατε διαφορετικά, αν σας δινόταν η ευκαιρία;

Το μόνο που έχω μετανιώσει είναι ότι θυσίασα ένα κομμάτι της μητρότητας για χάρη της καριέρας μου. Με τον πρώτο μου σύζυγο και πατέρα των παιδιών μου, Γιώργο Πετσίλα, ταξιδεύαμε πολύ για τις ανάγκες της δουλειάς. Μετά το διαζύγιό μας, μέχρι ο γιος μου και η κόρη μου να γίνουν επτά ετών, έρχονταν μαζί μου στις περιοδείες. Αλλά, όταν πήγαν στο σχολείο, έμεναν πίσω με την νταντά τους. Σε γιορτές, γενέθλια και διακοπές ήμουν πάντα εκεί, αλλά δεν ήταν αρκετό. Δεν ήμουν απολύτως παρούσα. Αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που θα ήθελα να έχει γίνει διαφορετικά. Όμως, δεν μπορώ να το διορθώσω. Αυτό που μπορώ να πω, πάντως, είναι ότι έχω δυο παιδιά για τα οποία είμαι υπερήφανη και τρία εγγόνια που λατρεύω – δέκα, επτά και τεσσάρων ετών, δύο αγόρια και ένα κορίτσι.

Με τον σημερινό σύζυγο και παραγωγό σας, Αντρέ Σαπέλ, συμπορεύεστε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70...

Είχα την τύχη να αγαπάμε και οι δύο με πάθος αυτή τη δουλειά. Ο Αντρέ είναι εκείνος που με βοήθησε να μείνω σε αυτόν τον δρόμο, να κάνω αυτό που θέλω, στηρίζοντάς με και δίνοντάς μου τις σωστές συμβουλές.

Στον γάμο σας πώς ισορροπεί η σύζυγος με τη σταρ; Δεν μπορώ εύκολα να σας φανταστώ με ποδιά για να μαγειρέψετε ή να πλύνετε τα πιάτα...

Γιατί το λέτε αυτό; Όλα τα κάνω! Πλένω πιάτα, μαγειρεύω, σφουγγαρίζω, σιδερώνω τα πουκάμισα του άντρα μου – είμαι μια νοικοκυρά, όπως με έμαθε η μαμά μου. ■

Info «Ένα μύθο θα σας πω», Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018 (www.greekfestival.gr)  Μέρος των εσόδων της συναυλίας θα διατεθεί για τους σκοπούς του Συλλόγου Φίλων Παιδιών με καρκίνο ΕΛΠΙΔΑ. Η συναυλία τελεί υπό την αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Δημοκρατίας κυρίου Προκοπίου Παυλοπούλου.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ