ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ενας αναπάντεχα χορταστικός μουσακάς στο Παρίσι

Είναι δυνατόν μια ελληνική ταινία που προβλήθηκε μία μόνο εβδομάδα και σε μία αίθουσα («Δαναός») στη χώρα της να προβάλλεται σε μία από τις δυσκολότερες αγορές της Ευρώπης, όπως είναι η Γαλλία, και να γίνεται δεκτή από την κριτική σχεδόν με ενθουσιασμό; Το Παρίσι χαρίζει αυτό το καλοκαίρι ένα αναπάντεχο δώρο στον Πάνο Χ. Κούτρα. «Η «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά», η πρώτη ταινία του νέου σκηνοθέτη, βγήκε στις 7 Ιουλίου στις γαλλικές αίθουσες, προκαλώντας αίσθηση. Χαρακτηριστικός ο έξυπνος τίτλος του μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικού «L' Express»: «Μέχρι που θα φουσκώσει ο μουσακάς;», αλλά και η αποστροφή του συντάκτη: «Αυτό το πραγματικό b movie θα είναι ένα από τα must του καλοκαιριού;».

Υμνοι από τη «Λιμπερασιόν»

«Η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά μια ελληνική, γκέι τρέλα με μια αυθάδεια συχνά συγκινητική», είναι ο υπότιτλος του κριτικού σημειώματος της «Λιμπερασιόν». Στο ίδιο το κομμάτι, οι θετικές κρίσεις περισσεύουν: «Η ισορροπία του είναι ισάξια ενός Εντ Γουντ, αυτή η συγκινητική του αυθάδεια και οι τεράστιες αυθαιρεσίες, χάρη στις οποίες ο σκηνοθέτης υλοποιεί με ελάχιστα έξοδα τα πιο ακραία του οράματα, τα οποία μας πείθουν να εκλάβουμε ένα αμπαζούρ για διαστημόπλοιο». Και καταλήγει ο κριτικός της «Λιμπερασιόν»: «Χωρίς να διαφημιστεί, η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά είναι η απρόβλεπτη ταινία του καλοκαιριού. Δεν είναι λοιπόν αυτό από μόνο του ένα αξιοσημείωτο προσόν;».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο κριτικός των συνήθως αυστηρών «Cahiers du Cinema»: «Χορταστικό b movie όπως το θέλει και ο τίτλος του, αυτή η καλοκαιρινή φάρσα επιτυγχάνει δύο κατορθώματα την ίδια στιγμή. Το πρώτο, να τελειώσουμε μία για πάντα με την πεισματική ιδέα ότι ο Εντ Γουντ ήταν κάτι παραπάνω από ένα κακός σκηνοθέτης. Αρκεί να συγκρίνεις το Plan 9 με αυτό το πολύχρωμο βίντεο για να αποδειχθεί ότι μια ανορεξία των τεχνικών μέσων έχει λιγότερη σημασία από μια αυθεντική αίσθηση του ρυθμού για να διηγηθεί μια ιστορία που αντέχει έως τέλους. Το δεύτερο είναι να εκδικηθεί στο όνομα μιας γενιάς μπουχτισμένης από κακό φαγητό με ένα όραμα μιας μοντέρνας διατροφής, απολαυστικής και τραυματικής συγχρόνως. Αν υποθέσουμε ότι η ταινία είναι μια μπλόφα το κάνει με έναν τρόπο που δεν ακυρώνει την κινηματογραφική της ταυτότητα: Η Αθήνα είναι έξοχα κινηματογραφημένη, και αν η αισθητική της ταινίας παραπέμπει σε γκέι πρότυπα, κατορθώνει, πριν γίνει φαντασμαγορική, να δώσει μια πραγματική άποψη που διαθέτει και ανθρωπιά». Και καταλήγουν τα Cahiers du Cinema: «Ο Κούτρας καταφέρνει να κατασκευάσει ένα σύμπαν όπου η φρίκη του πραγματικού δεν έχει άλλη διέξοδο, παρά να αποδράσει σε ένα όνειρο φτιαγμένο από κιτς και παλιές παγιέτες».

Ενδεικτικό του θορύβου που δημιούργησε η έξοδος της ελληνικής ταινίας στο Παρίσι είναι η αδυναμία του Premiere να καταλήξει σε μία συγκεκριμένη βαθμολογία για τον «Μουσακά». «Αυτή η ταινία στέκεται υπεράνω κάθε κριτικής», σημειώνει ο κριτικός του μεγάλου κινηματογραφικού περιοδικού για να δικαιολογήσει κάτι μάλλον πρωτοφανές: βαθμολογεί την ταινία από ένα λευκό αστέρι (μέτρια) έως τέσσερα αστέρια (αριστούργημα)!!! Η λιγότερο θερμή κριτική ήρθε από το εβδομαδιαίο «Telerama» (αντίστοιχο του δικού μας «Αθηνοράματος»), το οποίο έγραψε ότι «τo σενάριο τροφοδοτήθηκε από πολλά ποτήρια ούζο»!

Αντίθετα, θετική υπήρξε η Le Monde στο πολιτιστικό ένθετο της Πέμπτης («Aden»): «Η ταινία μάς προσφέρει τη βεβαιότητα ότι καθορίζοντας το κακό γούστο, κατέχουμε τα κλειδιά του καλού. Πρόκειται για ένα ταξίδι διαστρικό, μια επιδρομή σε έναν κόσμο όπου το ανόητο ανυψώνεται στο επίπεδο της τέχνης». Δ. Ρηγ.

Έντυπη