ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η Αργυρώ Πιπίνη γράφει για το Κουφονήσι

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κουφονήσια

Τα βρήκα στη μετακόμιση, ίχνη ενός καλοκαιριού που δεν έλεγε να σβήσει: βότσαλα, φωτογραφίες –χρώματα έντονα, γαλάζιος ουρανός, πράσινη θάλασσα–, σημειώματα, νεκρά λουλουδάκια, γράμματα, ένα βραχιόλι για το πόδι με κουδουνάκι, ένα πιρούνι για να ξεκολλάμε όστρακα απ’ τα βράχια, μια κατάξανθη τούφα, ένα κλαράκι σκίνου, ένα εικοσάρικο από το στοίχημα που κέρδισα κάνοντας βουτιά στο Γάλα. Και άκουσα τα δροσερά μας γέλια καθώς κατεβαίναμε τον δρόμο προς το Πορί, και μύρισα την αψιά μυρωδιά του καμένου χόρτου, και τον κόμπο χαράς στο στομάχι μου όταν κατέβηκα απ’ τον «Σκοπελίτη» και είδα για πρώτη φορά το νησί, και τις τσιρίδες μας όπως τριγυρίζαμε με τη μηχανή.
Να έχεις μαζί σου μετρητά – αυτό μου είπαν όσοι ήξεραν, γιατί δεν υπάρχει ούτε ΑΤΜ ούτε τράπεζα στο νησί. Να πάρεις μετρητά, γιατί άμα τελειώσουν, κανείς δεν θα σου δανείσει και τότε θα πρέπει να πας στη Νάξο, τρεις ώρες ταξίδι, για να σηκώσεις.

Η μέρα ξεκίναγε στα Καλάμια, πρωινό, ομελέτες, καφέδες. Εκεί συναντιόταν η παρέα, βλέπαμε τις νέες αφίξεις, ποιος ήταν κομμάτια, ποιος είχε κοιμηθεί και πού το προηγούμενο βράδυ, εκεί κάναμε πρόγραμμα, πού θα πάμε για μπάνιο, αν θα πάμε για μπάνιο, γιατί μερικοί άρχιζαν τα ούζα, τις ρακές και τις μπίρες και ξεμέναμε. Και μετά Φανός, Ιταλίδα και καμιά φορά για βουτιές στο κάτω νησί. Αν δεν βρίσκαμε σκιά, σαπίζαμε στον ήλιο. Ώρες πολλές στον ήλιο. Μαυρισμένα σώματα που ταξιδεύουν στον χρόνο. Και το βράδυ στη Μέλισσα, στο λιμανάκι, στον Νικόλα και μετά στο μπαρ, για να περάσουμε και πάλι απ’ τα Καλάμια αργά, πολύ αργά.

Η δική μας ιστορία δεν άρχισε στον Σορόκο, όπως τόσες άλλες, αλλά στον δρόμο για τον Φοίνικα. Χάρη σε μια σαγιονάρα. Φλιπ φλοπ, φλίπιτι φλοπ, προχώραγα κουτσαίνοντας με το κομμένο λουρί της γαλάζιας σαγιονάρας. Κανείς δεν βρέθηκε να μου πει «Άσε τις πλατφόρμες και τις σαγιονάρες και πάρε πάνινα και αθλητικά». Σταμάτησες στην άκρη του δρόμου, έβγαλες τα γυαλιά –μου άρεσε που έβγαλες τα γυαλιά–, με κοίταξες κατάματα και με ρώτησες αν ήθελα να με πας με τη μηχανή. Ήθελα, πώς δεν ήθελα. «Who’s that boy?» σκεφτόμουν με τα χέρια γύρω απ’ τη μέση σου και το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο σου.


Κουφονήσι, Κυκλάδες  (Φωτογραφία: © © Francesco Cendron/e-Koufonisia.com)

Από κει ξεκίνησαν όλα, από κείνο το βλέμμα. Κοιταχτήκαμε με περιέργεια και συνενοχή, σαν να ξέραμε τι μας έδινε η ζωή. Τα μάτια σου όλο χαμόγελα και ιστορίες. Δέτης, Νερό, Πορί. Μυστικά, βουτιές, έρημες παραλίες, σεντόνια, ανοιχτά παράθυρα απ’ όπου έβλεπες το φεγγάρι, αέρηδες, θαλασσινές σπηλιές, λιθόστρωτα, sleeping bag, αγκαλιές, αυλές, γάτες, βάρκες, ο κουφός γέρος, οι μπουκαμβίλιες. Ήμασταν ένα, ήμασταν εμείς, αν και ποτέ δεν λέγαμε «εμείς», ποτέ δεν λέγαμε «μας». Το καλοκαίρι έπεσε πάνω μας και μας έδεσε σφιχτά. Μου έδωσες το φιλί της ζωής κι από τότε τριγυρίζαμε και οι δύο υπνωτισμένοι από τον έρωτα, ψάχνοντας τις λέξεις προτού τις ξεστομίσουμε, μαθαίνοντας απ’ την αρχή τι είναι χέρι, τι είναι αυτί, τι είναι στόμα, τι είναι πόδια και ταξίδια, τι είναι μέρες και ώρες που ανασαίνουν και μετά σβήνουν.

Τις πρώτες μέρες ενός πολύ ζεστού Σεπτέμβρη γύρισες στην πόλη σου, στη χώρα σου, όπου μιλάνε άλλες γλώσσες και λένε... δεν ξέρω πώς λένε αυτό που ζήσαμε. Μου έστειλες ένα μουσικό κουτί, σου έστειλα ένα CD. Με πήρες τηλέφωνο, σου έστειλα γράμμα. Μου έστειλες ένα κολάζ με φωτογραφίες μας, σου έστειλα το μπλε πουά μαντίλι που φορούσα στον λαιμό, στα μαλλιά, στο χέρι μου όλο το καλοκαίρι. Και μετά ούτε γράμματα, ούτε μηνύματα, ούτε τηλεφωνήματα. Η ένταση έσβησε, η απόλαυση της απόστασης χάθηκε. Και χωρίσαμε, έτσι απλά. Τα είχαμε πει όλα.

|| Το παραμύθι για παιδιά «H Βιολέτα και ο ιππότης» της Αργυρώς Πιπίνη, σε εικονογράφηση Έφης Λαδά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ