ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Ηλίας Μαγκλίνης γράφει για τη Βόρεια Εύβοια

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Εύβοια

«Κοίτα», έκανε ο αδελφός μου, δείχνοντας με την ειδική κόκκινη ακτίνα στον ουρανό. Δεν είχε φεγγάρι και το στερέωμα ήταν κεντημένο με άστρα. «Ο αστερισμός του Λέοντα», είπε μετά, σχεδόν με σεβασμό. «Να και το λαμπρότερο άστρο του, ο Βασιλίσκος, το βλέπεις;» Έπειτα μου έδειξε τη Μικρή Άρκτο, ένα μικρό παραλληλόγραμμο, με τη μακριά του ουρά να καταλήγει στον Πολικό Αστέρα. «Κατά τη διάρκεια του έτους», εξήγησε, «όλα τα άστρα μοιάζουν να στριφογυρίζουν γύρω από τον Πολικό Αστέρα. Εκεί κοντά βρίσκεται ο Βόρειος Ουράνιος Πόλος, το σημείο εκείνο του ουρανού πάνω στο οποίο χτυπάει ο άξονας της Γης όταν προεκταθεί προς τα πάνω».

Ύστερα «έσυρε» την ακτίνα προς την άλλη πλευρά του ουρανού. Η Μεγάλη Άρκτος, με την καμπύλη ουρά της να οδηγεί στον Αρκτούρο, το λαμπρότερο άστρο στον αστερισμό του Βοώτη. «Αν προεκτείνουμε την καμπύλη της ουράς της», είπε, «θα φτάσουμε στον Στάχυ, το πιο φωτεινό άστρο του αστερισμού της Παρθένου».
Δειλά, σήκωσα και το δικό μου χέρι. «Εκείνο εκεί, το πολύ φωτεινό άστρο, ποιο είναι;»
«Δεν είναι άστρο. Είναι πλανήτης. Είναι ο Δίας, ο μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος. Κοίτα ακριβώς από πάνω μας όμως».

Μου έδειξε τη γαλακτόχρωμη ζώνη που διασχίζει τον ουρανό, απ’ τη μία άκρη του ορίζοντα στην άλλη. «Ο Γαλαξίας», μουρμούρισε συνεπαρμένος. «Ο Δημόκριτος έδωσε πρώτος την ορθή επιστημονική εξήγηση της σύστασής του: “Πολλών και μικρών και συνεχών αστέρων συμφωτιζομένων αλλήλοις συναυγασμός διά την πύκνωσιν”. Ωραίο δεν είναι; “Συναυγασμός διά την πύκνωσιν”… Οι Πυθαγόρειοι πάλι ονόμαζαν τον Γαλαξία “οδό των ψυχών”». Παύση. Κι έπειτα, πολύ ήρεμα, σαν να ψιθύριζε στον εαυτό του: «Οι ουρανοί είναι μυστήριος τόπος».

Βυθιστήκαμε σε μια ολιγόλεπτη σιωπή, μα όλο αυτό ολόγυρά μας, η απεραντοσύνη, το χνότο μας μέσα στη νυχτερινή υγρασία, το μονότονο τραγούδι των γρύλων και το κύμα που έσκαγε ήρεμο και απαλό λίγα μέτρα μακριά μας, όλο αυτό είχε κάτι από μια σιωπή που μέσα μου μετρούσε σαν μουσική.
«Ο Ερατοσθένης έλεγε ότι ο Γαλαξίας σχηματίστηκε όταν βρέφος ο Ηρακλής θήλαζε την Ήρα. Κάποια στιγμή, δάγκωσε το βυζί της, η θεά έσπρωξε το βρέφος μακριά και χύθηκε το γάλα στον ουρανό…»


Φωτογραφία: © Shutterstock

Είναι αργά μια νύχτα του Αυγούστου στο οικογενειακό κτήμα, αυτό το ιδανικό αυτοσχέδιο αστεροσκοπείο. Τέσσερα σχεδόν στρέμματα πάνω στον βόρειο Ευβοϊκό και ο αδελφός μου δίνει τον ρυθμό, όπως κάθε νύχτα. Δεινός ερασιτέχνης αστρονόμος, τα τελευταία χρόνια το έχει ρίξει στην αστροφωτογραφία: συνδέει την κάμερα με το τηλεσκόπιο, το οποίο έχει εστιάσει σε ένα συγκεκριμένο ουράνιο αντικείμενο. Δύσκολη δουλειά, μέσα στο σκοτάδι, παρά τον ενσωματωμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή του τηλεσκοπίου, απαιτείται και η χειροκίνητη έρευνα του αστρονόμου για να εντοπιστεί όπως πρέπει το αντικείμενο στον ουρανό. Μερικές φορές είναι ο Κρόνος, άλλες είναι ο Άρης – απόψε είναι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας.

«Επάνω και κάτω από τον γαλαξία της Ανδρομέδας», μου εξηγεί, «βρίσκονται δύο μικροί συνοδοί γαλαξίες. Διακρίνονται καθαρά σε κάθε φωτογράφιση. Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς θα φαίνεται ο νυχτερινός ουρανός από κάποιον πλανήτη που μπορεί να βρίσκεται σε έναν ή και στους δύο αυτούς γαλαξίες. Θα πρέπει να είναι πολύ εντυπωσιακό το θέαμα, να έχεις αυτό το τέρας με τα εκατομμύρια άστρα τόσο κοντά σου».

Τον παρατηρώ να παιδεύεται με τον φακό. Πρέπει να αφήσει το κλείστρο της κάμερας ανοιχτό κάμποση ώρα, τόση που του επιτρέπει να γυρίσουμε στο σπίτι, καμιά πενηνταριά βήματα δρόμος, να καθίσουμε και να περιμένουμε. Στο μεταξύ, ο γαλαξίας της Ανδρομέδας αποτυπώνεται στην ψηφιακή κάμερα όλη αυτή την ώρα.

Ο Νίκος κοιμάται έως αργά κάθε μέρα. Ξυπνάει κατά το μεσημέρι, σε αντίθεση μ’ εμένα, που όσο κι αν ξενυχτήσω, το αργότερο στις οκτώ θα έχω βγει στη βεράντα και θα έχω απέναντί μου τη θάλασσα. Το ξέφωτο όπου κάθε βράδυ στήνει όλο τον εξοπλισμό του λούζεται τώρα στον ήλιο. Όταν κατεβαίνω για την πρώτη βουτιά της ημέρας, γύρω στις εννέα, κοιτάζω το ακριβές σημείο της νυχτερινής παρατήρησης. Όταν ζούσαν οι γονείς μας, ο Νίκος τούς επέβαλλε να σβήνουν όλα τα φώτα του κήπου, για να μπορεί να έχει ορατότητα τη νύχτα. Και ένα ενοχλητικό φως της ΔΕΗ, στην παραλία, μια νύχτα με μπουρίνι κατεβήκαμε με σφεντόνες και το βάλαμε στο σημάδι. Όταν ο Νίκος το πέτυχε, η λάμπα έσκασε σαν τους διάττοντες αστέρες που θρυμματίζονται σε μυριάδες φωτάκια μέσα στο σκοτάδι. Οι κακές γλώσσες της γειτονιάς είπαν πως το φως το έσπασαν οι «παρέες των νεαρών» που μαζεύονταν τις νύχτες σε ένα κοντινό, μισοτελειωμένο γιαπί και «έκαναν όργια». Εμείς γελούσαμε και συνεχίζαμε τις νυχτερινές φωτογραφίσεις του καλοκαιρινού ουρανού πάνω από τον παραθαλάσσιο Αγιόκαμπο της βόρειας Εύβοιας.

Αυτές οι καλοκαιρινές μας νύχτες εκεί, οι δυο μας, ή και με παρέα, ήταν πάντοτε κάτι σαν φωλιά, ένας τόπος προσωπικής παραμυθίας και ανακούφισης. Και την ίδια στιγμή, χωρίς να το ομολογεί ο ένας στον άλλο, ένα σιωπηρό, άτυπο μνημόσυνο στους απόντες. Το μουρμουρητό των δέντρων κάτω από τα άστρα: αυτή η αίσθηση ότι το αόρατο σου ψιθυρίζει κάτι. Αλλά, τι;

Νιώθοντας ασφαλής πλάι στον μεγάλο αδελφό, κοιτούσα το αστρικό γάλα σαν τόξο από πάνω μας κι αισθανόμουν τον χρόνο διαχυμένο μέσα σε όλη αυτή τη σιωπηλή φαντασμαγορία της απέραντης μοναξιάς, τον χρόνο να κυλάει αέναα, ακατάπαυστα, τον αιώνιο χρόνο που γλιστρά παφλάζοντας: το μυστικό ρίγος. Αυτό το άχρονο ανατρίχιασμα μια νύχτα του καλοκαιριού στη βόρεια Εύβοια.

||  Το μυθιστόρημα του Ηλία Μαγκλίνη «Πρωινή γαλήνη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ