ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η Στέλλα Κάσδαγλη γράφει για τη Σέριφο

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Σεριφος

Mαγνήτη βρήκε η καρδιά μου στην καρδιά σου, Σταύρο μου, και αιματίτη έσταζε

Οι βάτραχοι της Σερίφου είναι, λέει, άφωνοι – παλιά δηλαδή, τώρα δεν ξέρω, δεν έχω δει ποτέ μου βάτραχο στην αυλή του σπιτιού. Ή στη θάλασσα. Ή στις στοές των ορυχείων. Στις στοές πώς να δεις, βρε μαμά –ο Παντελής–, δεν θυμάσαι τι παγωνιά έχει;
Φαίνεται να υπήρχε και η παροιμιώδης έκφραση «σερίφιος βάτραχος» ή «βάτραχος εκ Σερίφου» για άφωνους ανθρώπους, μου λέει με περισπούδαστο ύφος σαν να τα διαβάζει. Τα διαβάζω, μου απαντά χωρίς να τον ρωτήσω, ίντερνετ, μαμά, γουικιπίντια, δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα πια, μόνο να ξέρεις να ψάχνεις.

Κάτι θέλει να μου πει, πως είμαι βάτραχος εκ Σερίφου ίσως – δεν λες τίποτα, μαμά, πονάει το κεφάλι μου, του απαντώ, πάντα με το κεφάλι σου μιλούσες, αναστενάζει, μίλα μου εσύ, παρακαλάω.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, στη Σέριφο κατέληξε το κουτί στο οποίο ο βασιλιάς του Άργους είχε κλείσει την κόρη του Δανάη με τον μικρό γιο της Περσέα, για να εξαφανιστούν. Όταν μεγάλωσε ο Περσέας, ο βασιλιάς της Σερίφου, ο Πολυδέκτης, τον έστειλε να του φέρει το κεφάλι της Μέδουσας, που όποιος την έβλεπε κατά πρόσωπο απολιθωνόταν. Ο Περσέας με τη βοήθεια των θεών τα κατάφερε και επέστρεψε στη Σέριφο. Στο μεταξύ, ο Πολυδέκτης είχε αποπειραθεί να βιάσει τη Δανάη και ο Περσέας, για να τον εκδικηθεί, του έδειξε το τρόπαιό του και εκείνος απολιθώθηκε. Ο Παντελής γελάει – θα απολιθώσω όποιον τολμήσει να σε πειράξει, μαμά, να απολιθώσεις όποιον δεν με πειράξει, του λέω, δεν ακούει, δεν πρέπει να ακούν τέτοια πράγματα τα αγόρια για τις μανάδες τους.

Τον αφήνω στο λιμάνι, θα πάει να βρει τα παιδιά – θα ’ναι και γκόμενα, του λέω, τι λες, ρε μαμά, τ-τ-τι λες, ρε μ-μ-μαμά. Τραυλίζει.

Κάνω ώρα να βγω από την ουρά των αμαξιών, το πλοίο έφερε πολλούς, το αυτοκίνητο αχνίζει, ο αέρας του αιρκοντίσιον μού παγώνει τα πόδια, μόνο αυτός ο χώρος είναι αρκετά μικρός για να συγκρατήσει τη δροσιά, οτιδήποτε έξω απ’ αυτόν σκορπίζεται και ρουφιέται από τη φωτιά του Αυγούστου.

Ανηφορίζω προς τη Χώρα, πρέπει να βρω φαρμακείο να πάρω παυσίπονο, από χθες το λέω στον Σταύρο, ωχ, ρε Μαρία, με το κεφάλι σου, μία μέρα να μην γκρινιάξεις. Ξέχασε να μου το φέρει.

Περνάω απέξω, κλειστό, παρότι δεν έχει πάει μεσημέρι – μπορεί να μην το ξέχασε ο Σταύρος τελικά, μπορεί να το βρήκε κι εκείνος έτσι. Μπορεί ακόμα να με νιώθει. Όταν περπατάει μόνος του στα σοκάκια, μπορεί ακόμα να με νιώθει, όπως όταν περπατούσαμε παλιά. Μαζί.

Μπαίνω ξανά στο αυτοκίνητο, το κεφάλι μου πάει να σπάσει, αντί να πάρω τη στροφή για το σπίτι, στρίβω για το Μεγάλο Λιβάδι. Θα χώσω το κεφάλι μου στη στοά, θα παγώσει, θα σβήσουν οι ήχοι. Ποιος ξέρει, μπορεί να καταφέρω να αφήσω το κεφάλι μου εκεί ή να πάρω τη στοά μαζί μου, να περιφέρεται το σώμα μου κανονικά, να φτιάχνει γεμιστά, να καθαρίζει τον πάγκο της κουζίνας, να βγάζει το ψυγείο από την πρίζα, να μπαίνει στο πλοίο, να γυρίζει στην Αθήνα, και το κεφάλι μου να ζει εκεί μέσα, να μην ακούει και να μη βλέπει την Παρθένα Ζωή της Άλλης στις τηλεοράσεις των σαλονιών, να ζει εκεί τυφλό, κουφό και παγωμένο.
Ή θα τον αφήσω να φύγει εκείνος, μαζί με τα γεμιστά.


Mεγάλο Λιβάδι, Σέριφος (Φωτογραφία: © Εβελυν Φωσκόλου)

Εγώ θα μείνω εδώ, έως τον χειμώνα, και θα γυρνάω τις παραλίες που θα ’ναι έρημες: στα Λιβαδάκια και στο Καλό Αμπέλι, και στο Γάνεμα, και στη Βαγιά, και στο Μαλλιάδικο, και στο Μεγάλο Λιβάδι, και στον Αβεσσαλό, και στη Συκαμιά, και στον Πλατύ Γιαλό, και στα Δυο Γιαλούδια, και στην Ψιλή την Άμμο, και στον Άγιο Σώστη, και στον Άγιο Ιωάννη, και στη Λια, την πάλιν ερχομένη μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ης η βασιλεία ουκ έσται τέλος.

Κι ύστερα, Μάιο με Νοέμβριο (δεν θα ξανάρθει, θα ’χει βολευτεί στην Αθήνα, θα χαίρεται που γλίτωσε και «άσ’ το και το σπίτι, μωρ’ αδερφέ, καλύτερα να μην το είχαμε χτίσει ποτέ, μ’ έφαγε τόσα καλοκαίρια εκεί πέρα») θα γυρνάω από πανηγύρι σε πανηγύρι και θα πηγαίνω από το ένα έως το άλλο με τα πόδια, σαν τους μεταλλωρύχους, που περπατούσαν δύο και τρεις ώρες από τα σπίτια τους έως τα ορυχεία, κι όταν έφταναν εκεί και στήνονταν, αξημέρωτα ακόμα, στην ουρά, ερχόταν ο μαγκουροφόρος επιστάτης τους και άπλωνε ανάμεσά τους τη μαγκούρα κι έλεγε έως εδώ για σήμερα, οι υπόλοιποι αργήσατε, γυρίστε πίσω, να βρείτε αλλού μεροκάματο.

Πανηγύρια: Αγίας Ειρήνης στον Κουταλά (5 Μαΐου), Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη Βαγιά (21 Μαΐου), Αγίου Πνεύματος στο Μεγάλο Χωριό και στην Παναγία τη Λιομάνδρα, Αγίων Αναργύρων στην Καλαβράτσενα και στη Γαλήνη, Αγίας Μαρίνας (17 Ιουλίου), Αγίου Παντελεήμονος (27 Ιουλίου), Σωτήρος στο Καλό Αμπέλι και στον Πύργο (6 Αυγούστου), Παναγίας στον Ράμπο, στη Σκοπιανή, στη Λιομάνδρα, στον Άγιο Νικόλαο και στον Πύργο (14 και 15 Αυγούστου), Παναγίας Αιμιλιανής (23 Αυγούστου), Αγίου Σώστη (7 Σεπτεμβρίου), Παναγίας στον Αβεσσαλό (8 Σεπτεμβρίου), Αγίας Θέκλας (24 Σεπτεμβρίου), Αγίου Ιωάννη (26 Σεπτεμβρίου), Ταξιαρχών στην ομώνυμη μονή (8 Νοεμβρίου), Αγίας Αικατερίνης (25 Νοεμβρίου).

Στο τέλος, όταν έρθει ο Δεκέμβριος πάλι, θα κάτσω στραγγισμένη από τους χορούς και λιωμένη από το περπάτημα και το σκάψιμο, σαν το νησί, που τη χρονιά που γεννήθηκα το εγκατέλειπαν οι Γερμανοί κι έτρεχαν να βρουν μετάλλευμα στη Νότια Αφρική, λέει. Η εξόρυξη εδώ ήταν ασύμφορη – όλο γκρίνιαζε, μωρ’ αδερφέ, όλα της φταίγανε, της είχαν φύγει και τα παιδιά, δεν την άντεχα άλλο.

Το βυζαντινό λεξικό Σούδα περιέχει το λήμμα «Βάτραχος εκ Σερίφου: επί των αφώνων. Παρόσον οι εν Σερίφω βάτραχοι κομισθέντες εις Σκύρον ουκ εφθέγγοντο».

|| Το βιβλίο της Στέλλας Κάσδαγλη «Πριγκίπισσα Αθηνά – Μα τι κάνουν οι πριγκίπισσες όλη μέρα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ