ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η Αμάντα Μιχαλοπούλου γράφει για την Ύδρα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ύδρα

Όπως κάθε πρωί, η Μαργαρίτα κατέβηκε στο λιμάνι με τα ακουστικά στ’ αυτιά και τον Βούδα πλάι της. Κάθισε στον «Ίσαλο», χαρούμενη που η Ύδρα δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. H θάλασσα ήταν μια μουντζούρα, σαν μελάνι χυμένο στα νερά. «Μια φορά», είπε στον Βούδα, «είχα πιει μελάνι, το πιστεύεις;».

    Είχε φέρει θερμός με καφέ, Dunhill και μπισκότα Παπαδοπούλου γεμιστά με σοκολάτα. Άκουγε Πολ Άνκα απ’ τα ακουστικά της κι έγραφε με μανία. Κάποια στιγμή ο ήλιος έγλειψε το σανδάλι της και αναπήδησε. Είδε γύρω της κόσμο πολύ. Έπιναν καφέ και συζητούσαν, τα κουταλάκια τσούγκριζαν με τα φλιτζάνια. Σήκωσε το χέρι για να τραβήξει την προσοχή του σερβιτόρου. «Σας παρακαλώ!» Ο Βούδας κλαψούρισε.

 «Δεν ασχολούνται μαζί μας», είπε το αγόρι στο διπλανό τραπέζι και της έκλεισε το μάτι. Φορούσε τζιν και άσπρο πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια. Τι ωραίος που είναι –σκέφτηκε η Μαργαρίτα–, διαφορετικός. Είχε κι αυτός χαρτιά απλωμένα μπροστά του. Κοιτούσε τα καΐκια υπνωτισμένος. «Θα τον κόψω τον καφέ», μουρμούρισε. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Όλο το βράδυ τριγυρίζω σαν φάντασμα».    

 «Κι εγώ», είπε η Μαργαρίτα και μασούλησε ένα μπισκότο. «Υπάρχει μια ταινία τρόμου όπου οι άνθρωποι σιγά σιγά γίνονται φαντάσματα. Την ξέρεις;»
 «Όχι. Δεν βλέπω ταινίες με φαντάσματα».
  «Εγώ βλέπω. Ό,τι έχει φρίκη μού αρέσει. Θυμάμαι μια σκηνή στην ταινία, όπου το σούπερ μάρκετ είναι γεμάτο φαντάσματα που ψωνίζουν».

 Έχωσε τα χαρτιά του σ’ ένα γκρι σακίδιο και γύρισε την καρέκλα του προς το μέρος της. «Είσαι καιρό στην Ύδρα;»
 «Νομίζω πως ναι. Όλη μέρα περπατάμε με τον Βούδα, πάμε στο αρχοντικό Κουντουριώτη ή στα κανόνια ή σε κάτι ερείπια ψηλά στο βουνό, γεμάτα πηγάδια. Εκεί του αρέσει».
 «Για μπάνιο δεν πας;»
 «Η θάλασσα είναι για όλους. Τα βουνά είναι δικά μου».
 «Είσαι περίεργο κορίτσι. Πώς σε λένε;»
  «Μαργαρίτα».
 Άπλωσε το χέρι του. «Λέοναρντ».
 «Εγώ θα σε λέω Λέο. Μου θυμίζεις την άλλη σκυλίτσα μας, τη Λου».
 
Ο Λέοναρντ πήρε ένα Dunhill από το πακέτο της χωρίς να ρωτήσει. «Τόσο πολύ σου αρέσουν τα σκυλιά λοιπόν;»  
 «Όλα μου αρέσουν, Λέο. Μου πήρε καιρό να καταλάβω πόσο ωραία είναι η ζωή».
 Εκείνη την ώρα έφτασε το Flying Dolphin και άρχισαν όλοι να σπρώχνονται στο πλακόστρωτο.
 Η Μαργαρίτα άναψε τσιγάρο. «Μόνο τους τουρίστες δεν αντέχω. Έρχονται εδώ με βαλίτσες και τρώνε χταπόδια και κρέατα, κυλάνε τα ζουμιά στα σαγόνια τους».
«Γιατί, εμείς που κλεινόμαστε στο σπίτι με μια γραφομηχανή καλύτεροι είμαστε;»
«Ωχ, δεν καταλαβαίνεις, Λέο; Είναι ανώριμοι, δεν μαθαίνουν τίποτα».
«Και τι θα πει ώριμος;»

Η Μαργαρίτα έσκυψε στα χαρτιά της και διάβασε: «Ώριμος θα πει κάποιος που μπορεί να βαστήξει στην αγκαλιά του τη μοίρα της γυναίκας»¹.
Ο Λέοναρντ έβαλε τα γέλια. «Είσαι πολύ διανοούμενη, Μαργαρίτα!»
«Τρελάθηκες; Εγώ είμαι το αντίθετο της διανοούμενης! Ακούω μουσική και καπνίζω όλη μέρα, και σημειώνω τα όνειρά μου».
«Μα είπες ότι δεν κοιμάσαι».
«Τι σημασία έχει; Ονειρεύομαι ξύπνια. Εσύ τι γράφεις;»
«Ποιήματα», είπε ο Λέοναρντ και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά.
«Είδες; Εσύ είσαι ο διανοού...» Ξαφνικά, τέντωσε τον λαιμό της κι άρχισε να τρέμει. «Δημήτρη, Δημήτρη!» Πήρε σβάρνα τα τραπέζια. Έτρεχε προς το μέρος ενός άντρα μεσόκοπου που έσερνε μια βαλίτσα με ρόδες.
«Δημήτρη, γιατί δεν μου μιλάς; Εγώ είμαι, η Μαργαρίτα!»
Ξαναγύρισε στο τραπέζι απαρηγόρητη. «Ήταν ο ψυχαναλυτής μου πριν από χρόνια», είπε μέσα στους λυγμούς της. «Τώρα κάνει ότι δεν με ξέρει».
«Έτσι είναι οι ψυχαναλυτές».
«Φοβάμαι ότι θα ξαναρχίσω να τρώω τα νύχια μου, Λέο».
«Δεν μπορείς να φας τα νύχια σου», είπε εκείνος και την έπιασε απ’ τους καρπούς. «Καταλαβαίνεις τι εννοώ, Μαργαρίτα;» Μάζεψε τα μπισκότα, το θερμός, τα χαρτιά της και τα στοίβαξε στο σακίδιό του.

Με τον Βούδα ξοπίσω τους άρχισαν να περπατάνε, σχεδόν να τρέχουν, στο λιμάνι. «Μη με σέρνεις σαν σκυλί!» διαμαρτυρήθηκε η Μαργαρίτα. «Πάψε», είπε ο Λέοναρντ. «Θέλω να σου δείξω κάτι». Άφησαν πίσω τους τα γαϊδούρια με τους αγωγιάτες, τη Μητρόπολη με το ρολόι και πήδησαν σ’ ένα καΐκι για το Μπίστι. Ο πάτος ήταν διάφανος. Έβλεπαν τον βυθό με τα ψάρια και τα δαχτυλίδια του ήλιου. «Αυτό ήθελα να σου δείξω», είπε ο Λέοναρντ. Γονάτισε και με τους κόμπους των αρθρώσεων χτύπησε το τζάμι. «Αυτό μας χωρίζει από τους τουρίστες και τα γκαρσόνια, και τον ψυχαναλυτή σου».


Ο Λέοναρντ Κοέν  στην  Ύδρα. (Φωτογραφία: © James Burke/The LIFE Picture Collection/Getty Images/Ideal Image)

Όταν πάτησαν στην άμμο, η Μαργαρίτα αισθάνθηκε μεγάλη ανακούφιση, σαν να ξεκόλλησε από πάνω της μια βδέλλα. Κάθισαν εκεί που έσκαγε το κύμα κι έφαγαν όλα τα μπισκότα Παπαδοπούλου. «Αν κόψουμε τον καφέ, θα πίνουμε γάλα», του είπε, «και θα βουτάμε μέσα μπισκότα». Χωρίς να πάρει ανάσα, μίλησε για το γάλα τριγωνάκι που έπιναν παλιά στην Ύδρα, ψαλίδιζες τη γωνία και ρουφούσες με καλαμάκι. Μαζί με το γάλα ξεπήδησε κι ο φούρνος. Το φαρμακείο του Ραφαλιά. Η μητέρα της. Ένας άντρας που είχε αγαπήσει κάποτε. Τα σπίτια του νησιού όμοια με καράβια.

Οι τουρίστες έφυγαν με το τελευταίο καΐκι. Η Μαργαρίτα και ο Λέοναρντ έμειναν – αυτοί και η θάλασσα και τα τζιτζίκια στα πεύκα. Άκουγαν μουσική από τα ακουστικά της.
«Yeah, the summer’s gone, but a lot goes on for ever.
And I can’t forget, I can’t forget,
Βut I don’t remember what»².
Έγειρε στον ώμο του και αναστέναξε. «Σπάω το κεφάλι μου, πού το ξέρω αυτό το τραγούδι».
 «Εγώ το έχω γράψει», είπε ο Λέοναρντ και τη φίλησε στα μαλλιά.

1 Η φράση είναι από το βιβλίο «Υπνοβάτης» της Μαργαρίτας Καραπάνου.
2 Οι στίχοι είναι από το «I can’t forget» του Λέοναρντ Κοέν.

|| Το μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου «Μπαρόκ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ