ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Σπέτσες

Στις Σπέτσες… Μια βραδιά, ο Σωτήρης τούς πάει στο νεκροταφείο. Περισσότερο για να φοβηθούν τα κορίτσια και να δείξει ότι εκείνος –ως μάγκας– δεν φοβάται τίποτα. Η όλη σκηνή παραπέμπει λίγο σε Μαρκ Τουέιν. Ανεβαίνει όλη η παρέα. Οι τάφοι είναι μαρμάρινοι, καλοδιατηρημένοι. Περπατούν ανάμεσά τους. Ο Σωτήρης φέγγει τους σταυρούς μ’ έναν φακό. Βλέπουν ονόματα και χρονολογίες γέννησης και θανάτου. Εκείνος κοιτάζει περισσότερο τις ημερομηνίες και η εξαιρετική αριθμητική του μνήμη βρίσκει αμέσως τα χρόνια που έζησε ο εκάστοτε αποθανών. Είναι κάτι που το έκανε από μικρός, όταν διάβαζε την εγκυκλοπαίδεια ως μυθιστόρημα. Τον ενδιέφερε πολύ πόσο έζησε ο κάθε άνθρωπος. Του φαινόταν πολύ παράξενο πως ο Χίτλερ και ο Ναπολέων είχαν πεθάνει πριν από τα εξήντα. Τι είναι τα εξήντα; Τέσσερις μόλις φορές παρά κάτι λιγότερο από ό,τι έχει ήδη ζήσει, όχι και πολύ μεγάλο διάστημα δηλαδή. Οι γονείς του πέθαναν είκοσι τρία και σαράντα επτά, οπότε θα ήταν πολύ τυχερός να έφτανε σ’ αυτή την ηλικία.

Στην παρέα υπάρχει κι ένα παιδί, ο Φώτης, που πιστεύει πολύ. Παρατηρεί πως τα χέρια του σχεδόν τρέμουν. Τον ακουμπάει στον ώμο.
Εκείνος ψελλίζει κάτι σαν «Ο Θεός...».
Τον τραβάει απέναντί του. «Μη φοβάσαι, αν υπάρχει ο Θεός, δεν είναι απλώς κάτι που υπάρχει κάπου πολύ ψηλά. Εάν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε περίπτωση να ασχολείται. Εάν υπάρχει, είναι το ενδιάμεσο, όλα τα ενδιάμεσα, όλα τα επίπεδα από εκεί ψηλά έως εδώ. Ακόμα και εδώ, τώρα. Ο Θεός είναι απλωμένος σε άπειρα κομμάτια».
«Ο Θεός είναι ένας και είναι εκεί ψηλά», λέει ο Φώτης.
«Εάν ήταν ένας, τότε θα έμοιαζε απλώς με μια φωνή, ένα φωνήεν που φωνάζει συνέχεια ΑΑΑΑ! Θα ήταν σαν ένας πρωτόγονος άνθρωπος. Εάν υπάρχει, είναι πολύ πιο πολύπλοκος και πολύ πιο ενδιαφέρων».
Ο Φώτης τον σπρώχνει ελαφρά και προχωρά μπροστά, κοιτάζοντας χαμηλά.

Η Αθηνά φαίνεται πιο τρομαγμένη από όλους. Την πλησιάζει. Υποτίθεται πως έχουν μια ιδιαίτερη σχέση. Όχι ακριβώς «τα έχουν», αλλά είναι κάτι σαν η κοσμική του σύντροφος. Έχουν φιληθεί αρκετές φορές, αλλά κάθε φορά που προσπαθεί για κάτι παραπάνω αντιμετωπίζει μια ευγενική άρνηση. Τώρα την αγκαλιάζει. Τη νιώθει να τρέμει λίγο. «Η θεία μου», του λέει εκείνη. «Τη χάσαμε. Κι η μητέρα μου, ξέρεις πόσο απόμακρη έγινε από τότε. Ζει με φάρμακα».


Σπέτσες (Φωτογραφία: © Shutterstock)

Πάνε μια βόλτα λίγο πιο πάνω. Περπατώντας, πατάνε πάνω σε ξερόκλαδα. Κάθε βήμα έχει ένα παράξενο ηχητικό εφέ. Είναι και το φεγγάρι σχεδόν γεμάτο, τρέλα. Η ατμόσφαιρα ωστόσο δεν μυρίζει θάνατο. Παρ’ όλους τους τάφους, έχει κάτι το αμιγώς νησιώτικο, το φευγάτο, το δροσερό. Περιέργως του έρχεται στον νου μια ταινία που είχε δει την ίδια εβδομάδα στο μικρό σινεμά του νησιού: «Η έντιμος κυρία και ο χαρτοπαίκτης». Ειδικά η τελευταία σκηνή του θανάτου του πρωταγωνιστή Μακ Κέιμπ, που τον παίζει ο Γουόρεν Μπίτι, την ώρα που υποκύπτει στα τραύματά του από τις σφαίρες μέσα σε μια καταιγίδα χιονιού, ενώ σταδιακά το σώμα του καλύπτεται από νιφάδες, καθώς ακούγεται η ελεγειακή μουσική του Λέοναρντ Κοέν, για τον οποίο όλοι στην παρέα ξέρουν ότι ζούσε για χρόνια με μια κοπέλα στην Ύδρα, το απέναντι νησί, και σπανίως μιλούσε σε κόσμο.

Αυτόματα θυμάται και μια άλλη εικόνα, καμία σχέση με θάνατο αυτή. Πριν από μία εβδομάδα, περπατώντας στον Άγιο Μάμμα, η θεία του η Πέρσα ξαφνικά σταματάει το μηχανάκι της μπροστά του, κατεβαίνει, τον παίρνει από το χέρι και του λέει, σχεδόν φωνάζοντας: «Δες την! Δες την!». Του δείχνει απέναντι μια πανύψηλη γυναίκα που μόλις βγαίνει από την πόρτα ενός σπιτιού, συνοδευόμενη από έναν αντίστοιχου ύψους μαύρο. Στα μάτια του η γυναίκα φαίνεται γύρω στα δύο μέτρα, με ένα εκπληκτικό σώμα γαζέλας, μαυρισμένη από τον ήλιο κι ένα πολύχρωμο μαντίλι στο κεφάλι. Φοράει ένα σορτς, ένα ανοιχτό λευκό πουκάμισο και έχει ολόισια μακριά καστανόξανθα μαλλιά. Ένα πλάσμα που δεν ανήκει στον κόσμο τούτο, σαν να έχει κατέβει από μια τεράστια οθόνη. «Η Βερούσκα! Η Βερούσκα», φωνάζει η θεία που σπανίως έχει τέτοιες συναισθηματικές εκδηλώσεις.

Εκείνος θυμάται ένα άλλο φιλμ, ενός φημισμένου Ιταλού σκηνοθέτη, γυρισμένο στο Λονδίνο, με ήρωα έναν φωτογράφο που τριγυρνά άσκοπα στα πάρκα, ο οποίος ένα απόγευμα φωτογραφίζει μια φαινομενικά αθώα σκηνή που αποδεικνύεται πως περιέχει κι ένα έγκλημα. Στην αρχή της ταινίας ο φωτογράφος αυτός (που ασχολείται και με τη μόδα) έχει και σκηνή με τη Βερούσκα, η οποία στην πραγματικότητα είναι το μεγαλύτερο μοντέλο του κόσμου και όχι ηθοποιός, στην οποία σκηνή προσπαθεί να την ξελογιάσει με την κάμερα, όχι για να τη ρίξει στο κρεβάτι, αλλά για να πετύχει το φωτογραφικό εφέ που θέλει. Βλέποντάς την τώρα από κοντά, του φαίνεται πραγματικά μεγαλύτερη από τη ζωή, ένα άπιαστο είδος, που δεν είναι καν γυναίκα, ανήκει σε έναν άλλο πλανήτη στον οποίο εκείνος δεν μετέχει. Η ταινία τον έχει κάνει να αγαπήσει το Λονδίνο, το οποίο, χωρίς να έχει πάει ποτέ, του φαίνεται από τότε ένα μέρος εντελώς οικείο, σαν να κατάγεται από εκεί.

Έχουν φτάσει πια στην άκρη του νεκροταφείου. Οι υπόλοιποι τους φωνάζουν. Αγκαλιάζει την Άννα και κάτω από το φεγγαρόφωτο τη φιλάει στο στόμα με γλώσσα, ενώ της τρέχουν λίγα δάκρυα στα μάγουλα.

Κλείνει τα μάτια και αισθάνεται ταυτόχρονα τη νύχτα και τη μέρα, την ακτή και τη θάλασσα, τη σκιά και το φως, και το αίμα του ασίγαστα να υγραίνει το σώμα του. Προπονείται για το μέλλον του.

Στις πέντε το πρωί, ξάγρυπνος, αποφασίζει κάτι σημαντικό: η ζωή του θα είναι άγρια σαν αιλουροειδές, περιπετειώδης σαν θαλασσοπορία και θα έχει την οσμή που έχει στη μαγική ώρα η παραλιακή οδός του νησιού, όταν φυσά άνεμος από τα δυτικά.

|| Το μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη «Μοτέλ Μορένα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ