ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Πάνος Τσερόλας γράφει για την Ανατολική Εύβοια

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Εύβοια

Η ακίνητη ηρεμία των προϊστορικών βράχων απέναντι στην ασταμάτητη ορμή μιας αρχέγονης θάλασσας: Εκεί ακριβώς, στο σημείο της επαφής τους, έμαθα το καλοκαίρι. Ανάμεσα σε δύο ακρωτήρια, της Κύμης και της Πούντας, στη φτέρνα που ξεψυχούν οι ορεινοί όγκοι της Ανατολικής Εύβοιας και με θέα το βαθυγάλαζο περίγραμμα της Σκύρου, βρίσκεται μια εκτεθειμένη στους βοριάδες ακτογραμμή, με εναλλαγές ατελείωτων χιλιομέτρων από λεπτοδουλεμένο βότσαλο και μικρών, άγριας ομορφιάς κολπίσκων. Eίναι ο τόπος που συνεχίζει να φιλοξενεί τα καλοκαίρια μου.  

Κάποτε, στο τέλος μιας ημέρας του τέλους ενός καλοκαιριού κοντά στο τέλος του Δημοτικού, κατηφόρισα με τον πατέρα μου στην αγαπημένη μας παραλία, μια ακτή πέντε χιλιομέτρων, όπου το κολύμπι είναι κυρίως μονομαχία με το κύμα και η οποία, ως συνήθως, ήταν σχεδόν όλη δική μας. Ο Άγιος Μερκούριος οριοθετείται από δύο βράχινες προεξοχές, η μία από τεφρό ασβεστόλιθο της εποχής των δεινοσαύρων και η άλλη, προς Βορρά, από κοκκινωπά κροκαλοπαγή της εποχής των μαμούθ. Η εποχή των ανθρώπων ελάχιστα την είχε επηρεάσει, δυσπρόσιτη καθώς ήταν συγκριτικά με τη δίδυμη Μουρτερή ακριβώς δίπλα και σχεδόν μονίμως σφυροκοπούμενη από το κύμα. Περπατήσαμε στην άδεια παραλία, αναστατώνοντας μονάχα μια μικρή ομάδα γλάρων που φτερούγισε μακριά. Πλην μιας μακρινής ομπρέλας, που θα μπορούσε να είναι και παρατημένη, ήμασταν ολομόναχοι· ή περίπου, καθώς ένας από τους γλάρους δεν ακολούθησε τη συμμορία του.

Το πτηνό στεκόταν σε απόσταση μικρότερη των εκατό μέτρων, κουνώντας νευρικά το κεφάλι του. Πλησίασα αδιάφορα προς το μέρος του, αναζητώντας «γυαλάκια», τους πρώτους πολύτιμους λίθους της φαντασίας μου που έμελλε να απομαγευτεί συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν παρά μάρτυρες ρύπανσης και αξίας εφάμιλλης με θραύσματα από ένα σπασμένο μπουκάλι μπίρας. Έριξα μάλιστα και ένα βότσαλο προς το μέρος του, μα το πουλί παρέμεινε στη θέση του. Ο πατέρας μου το κατάλαβε· ήρθε και αυτός κοντά, παρατηρώντας τις σπασμωδικές προσπάθειες του πτηνού να ανοίξει τα φτερά του, ανακοινώνοντάς μου τη διάγνωση: ήταν τραυματίας.

Ένα ολιγόλεπτο κυνηγητό ξεκίνησε: Τον κυκλώσαμε, του ορμήσαμε, σίγουρα τον τρομάξαμε όσο τίποτα. Εν τέλει ο πατέρας μου κατάφερε να τον εγκλωβίσει στις παλάμες του. Τρέχοντας κοντά, είδα το ράμφος του γλάρου να γυρίζει βίαια, καταφέρνοντας ένα γερό δάγκωμα ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη από το οποίο αμέσως ανέβλυσε αίμα. Ο γλάρος χτυπιόταν απεγνωσμένα, ακόμα δε περισσότερο όταν ο πατέρας μου προσπάθησε να του ανοίξει τη φτερούγα. Εκεί, στη μασχάλη του, στο κέντρο μιας σκούρας στάμπας από ξεραμένο αίμα, έχασκε η άκρη από ένα καρφωμένο αγκίστρι.

Αναμφίβολα, χωρίς τη φτερούγα του, ο γλάρος ήταν καταδικασμένος σε θάνατο· αν όχι από κάποιον θηρευτή (θα χρειαζόταν μια αρκετά τολμηρή αλεπού για να πλησιάσει στην εκτεθειμένη ακροθαλασσιά), σίγουρα από την πείνα. Ο πατέρας μου έπιασε το αγκίστρι, δέχτηκε ακόμα μία δαγκωνιά από το ράμφος και το έβγαλε, απελευθερώνοντας τον τραυματία, λίγο πριν αυτός συνεχίσει το απονενοημένο του ράμφισμα. Παρά το αίμα, οι πληγές δεν ήταν τίποτα που δεν μπορούσε να γιάνει αμέσως η αρμύρα.


Φωτογραφία: © Shutterstock

Ο γλάρος άνοιξε τα φτερά του δοκιμαστικά, αβέβαιος ακόμη για τη λειτουργικότητά τους, και με μια ελάχιστη επιτάχυνση σηκώθηκε στον αέρα. Τον είδαμε να απομακρύνεται βιαστικά προς την ασφάλεια των βράχων, προφανώς ανίδεος για την ευεργεσία μας. Αλλά να, λίγο πριν εξαφανιστεί στις γκρίζες σκιές, έστριψε και ξεκίνησε να διαγράφει έναν μεγάλο κύκλο, μέσα προς τη θάλασσα και ξανά προς τα έξω, περνώντας από πάνω μας και επιστρέφοντας ξανά προς το ηλιοβασίλεμα. Τι να ήταν άραγε αυτό; Μια τυχαία τροχιά, ως δοκιμή της ταχυδύναμης και της πλευστότητάς του μετά τον τραυματισμό; Ένα test-drive της φτερούγας; Ένα ρεύμα αέρα το οποίο είχε ελάχιστες δυνάμεις να υπερκεράσει και στο οποίο αφέθηκε; Μια επίδειξη δύναμης απέναντί μας, ως κομπασμός που κατάφερε να γλιτώσει; Ή μήπως ήταν μια πράξη ευγνωμοσύνης, ένα «χαίρε και ευχαριστώ»;

Ξέρω· ή, μάλλον, έμαθα μεγαλώνοντας: Το τελευταίο σενάριο είναι μονάχα μια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη συνήθεια. «Ανθρωποποιούμε» συχνά, αναζητώντας ενσυναίσθηση. Αλλά είναι τέτοιες μικρές επινοήσεις που κατασκευάζουν ενίοτε κάποιες όμορφες παραμυθίες, και έτσι δεν είχα κανένα λόγο να εκλογικεύσω αυτή την «επιστροφή» του γλάρου πάνω από τα κεφάλια μας· κάθε καλοκαίρι παρατηρούσα τους γλάρους και έψαχνα για τους πιο θρασείς, εκείνους που έκαναν το ένα βηματάκι παραπάνω προς το μέρος μου, «ανακαλύπτοντας» κάθε φορά τον δικό μας.   

Αυτή η μικρή συνάντηση με τον γλάρο πιθανώς δεν έχει την αδρεναλίνη των πολλών περιπτώσεων που λίγο έλειψε εκείνη η θάλασσα να με πνίξει, να με πετάξει σαν χταπόδι στα βράχια της ή να με παρασύρει σαν απρόσεχτο κούτσουρο με τα ρεύματά της προς τα ανοιχτά. Δεν είχε τη συγκίνηση του πρώτου «θηράματος» από το «τυφλό» λόγω μυωπίας ψαροτούφεκο, ούτε τον ενθουσιασμό από τις στιγμές που η ίδια ακτή φιλοξένησε ένα φιλί ή ένα νυχτερινό χάδι κάτω από τις γενναιόδωρα ευκρινείς σπείρες των γαλαξιών.

Είναι όμως μια πρωταρχική μνήμη, ένα σκάρτο μνημονικό εικοσάλεπτο από μια εποχή που ήδη βυθίζεται στην ιζηματογένεση του χρόνου, ένα στιγμιότυπο που μου γεννά μια παράδοξη και λίγο αστεία σκέψη: Καθώς σε λίγο καιρό θα παντρεύομαι στην ίδια ακριβώς θάλασσα, αφήνοντας νωρίτερα έναν ζωηρό μπόμπιρα να παίξει για πρώτη φορά με το κύμα, θα έχω τον νου μου για κάποιον γερασμένο πια, εξερευνητικό και ευγνώμονα γλάρο. Άλλωστε η παιδικότητα είναι αυτή που κατασκευάζει τα καλοκαίρια: Ο τόπος, η μορφολογία, το κλίμα, η χλωρίδα και η πανίδα, σημαντικά όλα αυτά ασφαλώς, αλλά όσο σημαντικά είναι τα χρώματα στην παλέτα ενός ζωγράφου.  

|| Το μυθιστόρημα του Πάνου Τσερόλα «Η συνωμοσία της βανίλιας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ