ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Σύρος

Έγειρε στην πλάτη ενός αυτοσχέδιου καθίσματος από καλαμιές. Από μακριά ακούστηκε το γάβγισμα ενός σκύλου. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια, είδε ένα μωρό να τείνει το δάχτυλό του προς το κύμα, προσπαθώντας να μιλήσει στη μητέρα του. «Ο δημιουργός μιας αυθόρμητης γλώσσας, όπως το τραύλισμα», μου ψιθύρισε. Η φράση του έμεινε μετέωρη, χειροπιαστή στο ζεστό αεράκι που φυσούσε κάτω από τα αρμυρίκια όπου είχαμε κατασκηνώσει. Είχα ήδη αποκοιμηθεί. Λίγο πριν, σκεφτόμουν το όνομα «Πακού». Δώσαμε στον σκύλο μας το ίδιο όνομα με το καθολικό ξωκλήσι, από το οποίο επίσης ονομάστηκε και η πιο όμορφη παραλία της Σύρου. Μήπως δεν κάναμε καλά; Ο σκύλος μας είναι μάλλον ατίθασος, στην Πακού όμως ηρεμεί και χαλαρώνει. Η παραλία λέγεται και «Αρμεός», όμως, εμείς πάντοτε την λέγαμε Πακού από την Αγία που ακούει, που είναι Υπάκουη, Πακού, ναι, φυσικά, Πακού και όχι Αρμεός, δεν είναι όνομα για σκυλί το Αρμεός. Όπως και να ’χει, αυτού του είδους οι προβληματισμοί ταιριάζουν στις διακοπές μου, όχι;

Όποτε έρχομαι στην Πακού, νιώθω κυριευμένη από τεμπελιά· η σκέψη μου ταλαντεύεται ανάμεσα στη διαύγεια και στον λήθαργο. Όταν βουτώ στο νερό, έχω επιτέλους την αφορμή να ονειροπολήσω. Από την εξερεύνηση του βραχώδους και γεμάτου με εξογκώσεις βυθού προκύπτει μια σιωπηρά αποδιδόμενη αρμοδιότητα: το θαλασσινό νερό προκαλεί αλλοίωση στη φυσιογνωμία ακόμη και στον χαρακτήρα. Ακούγεται αλλόκοτο, αλλά κάθε φορά που έβγαινε από το νερό και μου έφερνε ένα κοχύλι ή μια χρωματιστή πέτρα ή έναν αχινό, ή ακόμη κι ένα μικρό χταπόδι που το αφήναμε για λίγο να λικνιστεί ανάμεσα στα δάχτυλά μας κι έπειτα το επιστρέφαμε στο φυσικό του σπίτι, έβλεπα ότι στο πρόσωπό του καθρεφτιζόταν μια νέα θεώρηση των πραγμάτων και του κόσμου.

Ερυθρότητα στα μάτια από τις πολλές βουτιές, το δέρμα τραχύ από το αλάτι και τον ήλιο, και από το στόμα του ξεπηδούσαν στίχοι από παραδοσιακά νησιώτικα τραγούδια. Και σ’ εμένα συνέβαιναν όλα αυτά μόλις μ’ ένα μακροβούτι απομακρυνόμουν από την ακτή. Ξέρω πως οι σωλήνες της θάλασσας και τα βρυόζωα, και τα οστρακόδερμα, και οι πεταλίδες δεν έχουν καμία μαγική ιδιότητα. Βρίσκονται απλώς στο περιβάλλον τους, και όμως, μεταμορφώνουν το τοπίο που βλέπω γύρω μου και τον κόσμο που έχω μέσα μου. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις που η παράλειψη ισοδυναμεί με πράξη: η φύση κάνει τα μαγικά της απλώς με το να υπάρχει.


Φωτογραφία: © Shutterstock

Ο αργόσυρτος ρυθμός με τον οποίο ο αστερίας κινείται πάνω στον βράχο είναι ο ωραιότερος χορός που έχω δει. Οι διάφοροι χρωματισμοί στα βράχια εξηγούνται με τη λογική: τον χειμώνα η θάλασσα ανεβαίνει μέχρι την κορυφή και το αλάτι που ξεμένει εκεί τους χαρίζει λευκό χρώμα. Έπειτα, λίγο πιο χαμηλά, ο βράχος υποδέχεται ταχτικά, αλλά όχι συνέχεια, το νερό της θάλασσας και γι’ αυτό καλύπτεται μ’ ένα λεπτό στρώμα από φύκη. Τέλος, ακόμη πιο χαμηλά, το κομμάτι του βράχου που βρίσκεται συνεχώς μέσα στο νερό δέχεται την επίδραση των κυανοφυκών, τα οποία, αποσυνθέτοντας τον ασβεστόλιθο, προσφέρουν όλες αυτές τις αυλακώσεις, τις πτυχές και τις μυτερές προεξοχές που ανακαλύπτω κρατώντας τα μάτια ανοιχτά στη βουτιά. Υπάρχει ένας υπαινιγμός σε όλα αυτά: αυτή η δύναμη των χρωματισμών βρίσκει το αντίστοιχό της στις αποχρώσεις από τις ανθρώπινες διαθέσεις. Μιλώ για όλους αυτούς τους λεπτούς χρωματισμούς που τείνουμε να αγνοούμε, όταν ζούμε σε αφόρητα γρήγορους ρυθμούς στην πόλη.

Το απαλό πέρασμα του ανέμου μέσα από τα κλαδιά του σχίνου και ο διακριτικός βόμβος ενός εντόμου και το θρόισμα της σαύρας που τρέχει να κρυφτεί μέσα στο χώμα, και το τρεχούμενο νερό μιας κρυμμένης πηγής που βρίσκεται στο τέλος ενός μονοπατιού, την ύπαρξη του οποίου δεν γνωρίζουν όλοι οι επισκέπτες της Πακού, είναι μερικοί από τους ήχους που τον συνοδεύουν το καταμεσήμερο, την ώρα που οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν κάθετα πάνω στη γη και ιδρώνουν ακόμη και οι σκιές των πιο παράξενων εντόμων. Μου φέρνει δροσερό νερό από την πηγή. Την ίδια ώρα, τρεις όμορφες γυναίκες που έρχονται στο νησί κάθε Ιούνιο και τριγυρίζουν σε περίεργα σπίτια, σε καταγώγια της νύχτας ή σε άσυλα για τους αθεράπευτα ξενύχτηδες, τοποθετούν τις παλάμες τους σαν παρωπίδες δεξιά και αριστερά από τα μάτια, για να τα προστατέψουν ματαίως από την πρόσκαιρη τύφλωση που προκαλεί το φως του ήλιου. Κατεβαίνουν προσεκτικά τα βράχια, προσεγγίζουν την ακτή, γδύνονται, βουτούν στο νερό και γίνονται επιτέλους οι λουόμενες δεσποινίδες της Αβινιόν που είτε τις φαντάστηκα είτε πράγματι τις είδα, δεν έχει πια σημασία· εκείνες κάποτε θα επιστρέψουν, εγώ όχι. Θα μείνω στην Πακού για πάντα.

|| Το μυθιστόρημα της Καλλιρρόης Παρούση «Κανείς δε μιλάει για τα πεύκα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ