ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για το Πήλιο

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Πήλιο

Ο Λουκάς, η Έλλη και η Μέλω στον Άγιο Λαυρέντιο

Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Εγώ μεγάλωσα σε μια συνοικία της Αθήνας.
Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων τα περνούσα στις εξοχές της Αττικής – τότε που τον Άγιο Στέφανο τον λέγαμε Μπογιάτι και η Πεύκη είχε το όνομα Μαγκουφάνα.
Αυτός όλος κι όλος ήταν ο κόσμος μου.
Αν σήμερα κάποιος με ρωτήσει από πού πιστεύω πως ξεκίνησαν οι εμπειρίες μου, θα του απαντήσω «κάπου ανάμεσα σε Παγκράτι, Βύρωνα και Καισαριανή».
Καθαρόαιμο αστό, λοιπόν, θεωρώ τον εαυτό μου.

Ο καθένας μας μαθαίνει να ζει με ό,τι του προσφέρεται.
Κι όταν ξεκίνησα να γράφω, λογικό ήταν να αναζητήσω θέματα και ήρωες σε περιοχές που καλά γνώριζα.
Στους δρόμους γύρω από την Ερμού, στην πλαζ της Βουλιαγμένης, στις μπουάτ της Πλάκας.
Ως νέος συγγραφέας αποφάσισα ότι στο βίωμα κυρίως θα στηρίζομαι. Στα πατήματα του Κουμανταρέα, της Ζέη, της Σαρή...
Και περάσανε κοντά δεκαπέντε χρόνια.

Αρχές περίπου της δεκαετίας του ’90, πια, και με έχουν φωνάξει στον Βόλο για μια παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου μου.
Παρασκευή απόγευμα έγινε η συνάντηση με τους αναγνώστες και μια και μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο, είπαμε –μαζί μου η Κώστια και ο Δομήνικος– να εκμεταλλευτούμε την παραμονή μας στους πρόποδες του Πηλίου και να επισκεφθούμε τον καλό μας φίλο, τον συγγραφέα Ι. Δ. Ιωαννίδη, που ολοένα και μας προσκαλούσε να πάμε απ’ το σπίτι του, στον Άγιο Λαυρέντιο.
Είκοσι δύο χιλιόμετρα μακριά από τον Βόλο και σε υψόμετρο 620 μ., κάτω ακριβώς από τα Χάνια, ο Άγιος Λαυρέντιος σε ελάχιστους ήταν γνωστός – σ’ εμένα παντελώς άγνωστος.
Σάββατο μεσημεράκι ανεβήκαμε... Εκείνο το μεσημέρι, μιας μέρας από τις τελευταίες της άνοιξης, ξεκίνησε μια ιστορία που έμελλε να αλλάξει τα βασικά στοιχεία της θεματικής μου ως συγγραφέα.
Το παλιό αρχοντικό του φίλου Ι. Δ. μάς υποδέχτηκε με την επιβλητικότητα της φθοράς των διακοσίων χρόνων που λεκιάζανε τους πέτρινους τοίχους του και με τη διακριτική φλυαρία του μικρού ρυακιού που διέσχιζε τον άναρχης δόμησης κήπο του.

Στην απογευματινή βόλτα σταθήκαμε θαμπωμένοι από την πηλιορείτικη βουνοπλαγιά που ξεδιπλωνόταν μπροστά μας καθώς είχαμε φτάσει στο φυσικό πλάτωμα που όλοι το λέγανε Πλατεία Χατζίνη. Αλλά ήταν μετά από λίγο που υποταχτήκαμε ολότελα στη διακριτικότητα της φτέρης και στην ηρεμία του δάσους από καστανιές – δίπλα στα νεαρά βλαστάρια παλαιών δέντρων, το ακόμα παλιότερο ξωκλήσι της Παναγίας της Σουραβλούς μάς γαλήνεψε.


Φωτογραφία:  © ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΜΠΙΤΗ

Κάτι σπαρτάρισε μέσα μου. Δεν κατανόησα αμέσως το μήνυμά του.
Αυτό θα γινότανε μετά από έναν χρόνο. Όταν πια θα είχαμε αγοράσει σπίτι –παλιό γκρεμίδι πιο σωστά– στο χωριό και θα αναζητούσα τρόπους να δημιουργήσω ρίζες σε υψόμετρο 620 μ. και με τον Παγασητικό στα πόδια μου να μου θυμίζει ότι μπορεί να υπάρχουν θάλασσες που να μοιάζουνε με λίμνες.

Αλλά για έναν συγγραφέα σαν εμένα –που το βίωμά του το κάνει λογοτεχνία και τη λογοτεχνία εμπειρία ζωής– οι ρίζες του απλώνονται σε τόπους που θα γεννήσουν κάποιους από τους ήρωές του.
Κι αυτό έγινε το 1996. Έγραφα το μυθιστόρημα «Μάσκα στο φεγγάρι» και η βασική ηρωίδα του, η Έλλη Κωλέτη, έψαχνε να γνωρίσει τον άλλο ήρωα, τον Λουκά Αλεξίου. Εγώ, η Έλλη, εγώ και ο Λουκάς.
Πού θα επανασυναντηθούνε δύο πρόσωπα που βγήκαν από το ίδιο σώμα;
Η συνάντηση έγινε στον σκιερό τόπο της Παναγίας της Σουραβλούς. Μέσα σε μια ησυχία ενός κόσμου άλλου...
Η ησυχία; Μα και βέβαια, δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις ως θόρυβο μήτε τα τιτιβίσματα των πουλιών μήτε τα θροΐσματα των φύλλων. Ούτε και το πέρασμα του αέρα ανάμεσα στις φτέρες («Μάσκα στο Φεγγάρι», σελ. 400, εκδ. Πατάκη)

Η «Μάσκα στο φεγγάρι» θα μου χάριζε ένα Κρατικό Βραβείο και ο Άγιος Λαυρέντιος θα υποστήριζε το σπίτι, που από γκρεμίδι μετατράπηκε σε συγγραφικό εργαστήρι.
Κι εγώ τολμούσα να ισχυρίζομαι πως είχα πια τις δικές μου ρίζες, στον δικό μου τόπο. Ούτε πια πρόσφυγας, μήτε κοσμοπολίτης.
Βιαζόμουνα. Ο 21ος αιώνας θα άλλαζε την τάξη των πραγμάτων.
Και αυτό που με το «Μάσκα στο φεγγάρι» έφτιαξα, μ’ ένα άλλο βιβλίο –το «Μέλι κόλλησε στα χείλη»– θα το αποχαιρετούσα.
Οι ελπίδες –ατομικές και ομαδικές– στραγγαλίστηκαν καθώς τα χρόνια του νέου αιώνα προχωρούσαν. Και οι μεγάλες αλλαγές αναγνωριζόντουσαν μόνο αν μπορούσανε να θεωρηθούν εκσυγχρονίσεις.

Ο Άγιος Λαυρέντιος είχε πλέον αλλάξει. Αφηνότανε στη δικτατορία του ιδιότυπου τουρισμού του Πηλίου. Και έτσι το 2012 μου προσφέρει τη δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσω ως τόπο όπου μια αλλοτρίωση θα μετατραπεί σε φόνο.
Τώρα η Παναγία η Σουραβλού δεν είχε λόγο να αρθρώσει. Όλα στο έμπα του χωριού γίνονται. Εκεί όπου απλώνονται οι πάγκοι των ξεθωριασμένων πανηγυριών.
Κι εκεί, η γυναίκα που μέσα στο χωριό είχα αποφασίσει πως γεννήθηκε –Μέλω είχα διαλέξει να την πω– θα ταυτίσει τη μοίρα της με τη μοίρα του τόπου.
Κι ανασηκώνει τους ώμους της η φόνισσα. Κι έπειτα στρέφεται προς το έμπα της δημοσιάς.
Το περιπολικό εκεί... Οι δύο αστυφύλακες την κοιτούν.
«Όμορφη γυναίκα!» πρέπει ο ένας να σκέφτεται, ίσως και να το συλλάβισε.
Ο άλλος σκουπίζει με χαρτομάντιλο ξανά τον λαιμό του.
«Αφόρητη ζέστη!» σχολιάζει.
(«Μέλι κόλλησε στα χείλη», σελ. 298, εκδ. Πατάκη)
Δύο εποχές, δύο βιβλία, ο τόπος ίδιος.
Εγώ, οι ήρωές μου... Όλα δικά μου βιώματα.

|| Το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων «H Kασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ