ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Σάμος

Ένα μεσημέρι των ’80s

Το σπίτι μυρίζει πεπόνι. Το μοναδικό φρούτο που απεχθάνεται. Στο χολ του ισογείου, στη βάση της ξύλινης σκάλας, είναι αραδιασμένα καμιά εικοσαριά πεπόνια, μικρά και μεγάλα, καλοσχηματισμένα και κακομούτσουνα. Από εκεί η μυρωδιά τους απλώνεται παντού. Γλυκερή, επίμονη. Και τόσο έντονη, που νομίζει ότι έχει ποτίσει το δέρμα της. Ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να τη βγάλει από πάνω της. «Δίκιο δεν είχα που επέμενα να βάλουμε μποστάνι φέτος στη Βλαμαρή;» έλεγε πάλι το πρωί ο μπαμπάς. «Είδατε τι σοδειά είχαμε φέτος;»

Ε, όχι και σοδειά... Με τις ντομάτες δεν ευτύχησε. Προσβλήθηκαν από περονόσπορο και βγήκαν πουά – με μεγάλες μαύρες κηλίδες πάνω τους. Τις μελιτζάνες και τα αγγούρια τα χτύπησε βοτρύτης κι ήρθαν και ζάρωσαν. Κακορίζικα ήταν και τα βλίτα και οι πιπεριές. Μόνο τα πεπόνια επέζησαν. Σαν τις κατσαρίδες έπειτα από πυρηνική έκρηξη.

Εκείνη προτιμούσε το χωράφι όταν ήταν αμπέλι. Ήθελε να περπατάει το σούρουπο ανάμεσα στα κλήματα, να ξεχωρίζει τα ώριμα σταφύλια –μυρωδάτα μοσχάτα και φωκιανά και τραγανά κολοκυθάτα–, να ζυγίζει τα τσαμπιά στην παλάμη της, να τα κόβει με το μαχαιράκι της και να τα βάζει προσεκτικά στο καλάθι της. Τι τον έπιασε και το ξερίζωσε; Και η γιαγιά πώς μπόρεσε να συμφωνήσει; Με τους καρπούς εκείνου του αμπελιού είχε μεγαλώσει τα παιδιά της όταν χήρεψε... «Εγώ γέρασα πια, δεν έχω δυνάμεις. Εσείς έρχεστε μόνο το καλοκαίρι και το αμπέλι θέλει να είσαι δούλος του όλο τον χρόνο: σκάλισμα, κλάδεμα, θειάφωμα, κορφολόγημα, τρύγος...» είχε δικαιολογηθεί την παραμονή της καταστροφής. Το επόμενο πρωί μια μπουλντόζα μπήκε στο κτήμα και τα έκανε όλα λαμπόγυαλο.



Αμπελοτόπι στη Σάμο (Φωτογραφία: © Νικος Χατζηιακώβου)

Είναι μεσημέρι Κυριακής και όλοι κοιμούνται. Μόνο ο βόμβος του ψυγείου ακούγεται από την κουζίνα. Εκείνη ποτέ δεν κοιμάται τα μεσημέρια. Προτιμά να διαβάζει. Αλλά σήμερα τελείωσε και το τελευταίο βιβλίο που είχε φέρει μαζί της από τον Πειραιά και η πλήξη δεν αντέχεται. Η ώρα δεν περνάει με τίποτα. Το πρωί πήγαν για μπάνιο στην Ψιλή Άμμο και ήταν τέλεια. Δεν πρόλαβε όμως να το χαρεί όσο ήθελε. «Πρέπει να φύγουμε, να περάσουμε να πάρουμε και το γιουβέτσι από τον φούρνο», είπε η μαμά. Έτσι, γύρισαν στο σπίτι. Όταν θα μεγαλώσει, όμως, δεν θα είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί το πρόγραμμα των μεγάλων. Θα μένει στην παραλία όσες ώρες θέλει, κι ας γίνει ξερή σαν παξιμάδι από τον ήλιο.

Απόψε της υποσχέθηκαν ότι θα πάνε στο Κάτω Βαθύ. Ευκαιρία να βάλει το καινούργιο της φόρεμα. Της το έραψε η μοδίστρα της γιαγιάς με ύφασμα που έστειλε ο θείος από την Αυστραλία: λευκό με κίτρινα λουλουδάκια πάνω σε καφέ κλαδάκια. Της αρέσει το Κάτω Βαθύ. Ειδικά όταν κάθονται στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας με το μαρμάρινο λιοντάρι κι εκείνη τρώει παγωτό κασάτο και χαζεύει το νυφοπάζαρο. Άντρες και γυναίκες, ντυμένοι με τα καλά τους, κάνουν βόλτα στην προκυμαία, από το λιμάνι μέχρι τα Ταμπάκικα κι έπειτα ξανά πίσω. Κι ανάμεσά τους, δεκάδες φαντάροι με τις χακί στολές τους και το πηλήκιο περασμένο στην επωμίδα. Βολτάρουν πέρα δώθε κι αυτοί βαριεστημένοι και το βλέμμα τους ζωντανεύει μόνο όταν από δίπλα τους περάσει καμιά ομορφούλα. Κι έπειτα, με ένα σουβλάκι ή με μια μπίρα στο χέρι, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής για το στρατόπεδο, στο Μαλαγάρι.

Σε λίγες μέρες θα φύγουν για το χωριό. Ελπίζει να προτιμήσει τον κάτω δρόμο αυτή τη φορά ο μπαμπάς. Είναι μεγαλύτερη η διαδρομή, αλλά πολύ πιο όμορφη, μέσα στα πεύκα που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, σχεδόν την ακουμπούν: Κοκκάρι, Αυλάκια, Άγιος Κωνσταντίνος, Καρλόβασι. Στο χωριό θα είναι ωραία αυτή την εποχή. Τα σπίτια θα έχουν γεμίσει με μουσαφίρηδες από την Αθήνα, τσούρμο θα είναι τα παιδιά στους δρόμους. Στην καρότσα της πράσινης τρίκυκλης Mazda του κυρ Βασίλη θα πηγαίνουν για μπάνιο στον Πεύκο· ο χωματόδρομος είναι κακοτράχαλος, κανονικό αυτοκίνητο δεν μπορεί να τον διαβεί χωρίς να διαλυθεί. Κι από τον Πεύκο με την κολλητή της θα περνούν και στην παραλία του Μπάλου. Μόνο μην το μάθουν οι γονείς τους, ότι σκαρφαλώνουν στα απόκρημνα βράχια σαν τα αγριοκάτσικα.

Κοιτάει το ρολόι. Ακόμα 5 είναι η ώρα. Πότε θα ξυπνήσουν, επιτέλους; Κατεβαίνει προσεκτικά τα σκαλιά, αποφεύγοντας να πατήσει στο τελευταίο, εκείνο που ξέρει ότι τρίζει βγάζοντας έναν ενοχλητικό τσιριχτό ήχο, και πηγαίνει στην κουζίνα. Έχει ανάγκη από κάτι γλυκό. Η μαμά έφτιαξε ζελέ νωρίτερα. Όμως δεν έχει πήξει ακόμα. Τρέμει σαν τη θεία την Άρτεμη, που έχει μια παράξενη αρρώστια. «Ιδιοπαθής τρόμος είναι», λένε στις κουβέντες τους οι μεγάλοι. Δεν καταλαβαίνει. Τι τρόμος; Ποιος την τρομάζει; Δεν υπάρχει φάρμακο να τη γιατρέψει; Βγάζει από το ντουλάπι το βάζο με το γλυκό βύσσινο. Αυτό, μάλιστα! Ό,τι πρέπει για την ώρα. Ευτυχώς, είναι μπόλικο. Μπορεί και να μην το πάρει χαμπάρι η μαμά ότι έφαγε μερικές κουταλιές. «Όλα τα εξαφανίζετε! Θα έρθει κανένας άνθρωπος στο σπίτι και δεν θα έχουμε τίποτα να τον κεράσουμε», λέει για κάθε γλύκισμα που φτιάχνει.

Ανεβαίνει ξανά στο δωμάτιό της. Από τον δρόμο τώρα ακούγεται μουσική. Ο κύριος Νίκος, ο ηλικιωμένος γείτονας, έχει βγει στο κατώφλι του. Πίνει τον καφέ του, ακούγοντας κάποιον τούρκικο σταθμό. Είναι πρόσφυγας από τη Σμύρνη, εκεί μεγάλωσε, όπως της εξήγησε η γιαγιά. Πολύ τον συμπαθεί. Γιατί είναι γλυκομίλητος και ζωγραφίζει υπέροχα. Της δείχνει συχνά τις ζωγραφιές του. Φτιάχνει πορτρέτα ηθοποιών και έχει αδυναμία στις Ιταλίδες. «Αυτή είναι η Κλαούντια Καρντινάλε. Κι εδώ, η Σοφία Λόρεν».

Κάτω από το στρώμα κρύβει το ημερολόγιό της. Το βγάζει. Πιάνει κι ένα στυλό. Ο κύριος Νίκος, κάτω, πίνει άλλη μια γουλιά καφέ κι αναστενάζει. Αρχίζει να γράφει. «Όταν  μεγαλώσω, θα γίνω δημοσιογράφος. Μπορεί και συγγραφέας. Και δεν θα τρώω πεπόνια!»

|| Η ποιητική συλλογή της Τασούλας Επτακοίλη «Η γυναίκα στο ασανσέρ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ