ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς πυξίδα στη «ναυμαχία» της Ανατολικής Μεσογείου

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Για όσους γνωρίζουν την κατάσταση του Π.Ν., το 2020 είναι το annus horribilis για τις φρεγάτες. Τότε οι περισσότερες θα προσεγγίζουν τα 40 χρόνια. Αν και παραμένουν εξαιρετικά όπλα στο πεδίο της επιφανείας, θεωρούνται ξεπερασμένες στον ανθυποβρυχιακό και στον αντιαεροπορικό πόλεμο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από λίγες ημέρες ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Ευάγγελος Αποστολάκης βρέθηκε για ακόμα μία φορά στην Κύπρο, προκειμένου να επιθεωρήσει τις εγκαταστάσεις της Εθνικής Φρουράς στο νησί, ενώ οι τρεις υπουργοί Αμυνας, Ελλάδας, Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας, συμφώνησαν να εμβαθύνουν τις σχέσεις των τριών χωρών. Η τριμερής συνεργασία έχει ως στόχο τη διασφάλιση των πολλαπλώς συνδεδεμένων συμφερόντων τους, στην ενέργεια και την παροχή ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αρρητος, πλην σαφής στόχος είναι η διαφύλαξη των εθνικών συμφερόντων των τριών χωρών έναντι της πλέον αναθεωρητικής δύναμης στη Λεκάνη, της Τουρκίας. Η Αγκυρα διαθέτει και εξακολουθεί να ναυπηγεί έναν πλήρη και υπερσύγχρονο στόλο επιφανείας. Η Αθήνα έχει ανοίξει τη «βεντάλια» της στρατιωτικής διπλωματίας και με την Αίγυπτο, αεροναυτικές δυνάμεις της οποίας θα συμμετάσχουν για ακόμα μία χρονιά σε άσκηση («Μέδουσα ’18») που θα περιλαμβάνει όλη τη θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στην Αφρική και την Κρήτη.

Στην κυπριακή ΑΟΖ

Η Ελλάδα έχει ήδη συμφωνήσει με το Ισραήλ και την Κύπρο για αυξημένη συνεργασία στην περιοχή, γι’ αυτό και η φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.) που είναι αποσπασμένη για τις ανάγκες της UNIFIL στα ανοιχτά του Λιβάνου θα πραγματοποιεί περιπολίες και στην κυπριακή ΑΟΖ. Το Π.Ν. έχει, βεβαίως, ήδη δρομολογήσει τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διεκπεραιώσει την αποστολή του. Ωστόσο, η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια ευρύτερη περιοχή που άλλοτε είχε την απόλυτη ναυτική πρωτοκαθεδρία, σε όρους ισορροπίας δυνάμεων. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει από τις ανελαστικές ανάγκες και την πίεση που ασκείται στο Π.Ν. είναι για πόσο καιρό θα μπορεί να βρίσκεται «στον αφρό» με τις σημερινές προϋποθέσεις.

Ο προβληματισμός στο ΓΕΕΘΑ αλλά και στο ΓΕΝ εντοπίζεται και στους δύο πυλώνες οι οποίοι στηρίζουν την προβολή ναυτικής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο: τα πληρώματα και καθαυτές τις μονάδες. Κατ’ αρχάς το προσωπικό έχει μειωθεί αισθητά, ενώ την ίδια στιγμή έχει αυξηθεί και ο μέσος όρος ηλικίας όσων υπηρετούν στα πλοία. Οι μοναδικές εισροές που έχει σε μάχιμους αξιωματικούς το Π.Ν. προέρχονται από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία αποφοιτούν ολοένα και λιγότεροι. Η επόμενη τάξη θα έχει μόλις 25 μάχιμους αξιωματικούς, αριθμός μειωμένος κατά 35% σε σύγκριση με την προηγούμενη. Η κατάσταση στη Σχολή Υπαξιωματικών δεν είναι πολύ καλύτερη. Αποτέλεσμα αυτής της αριθμητικής καχεξίας είναι η μείωση των επανδρώσεων στις κύριες μονάδες. Σε κάθε φρεγάτα πρέπει να υπάρχουν τρία αγήματα πυρκαγιάς και ένα άγημα ελικοπτέρου. Τα αγήματα πυρκαγιάς έχουν μειωθεί σε μόλις ένα, προκειμένου να εξοικονομηθεί πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό.

Η υψηλή ποιότητα των στελεχών του Π.Ν., παρά τη μείωση του αριθμού τους, δεν επαρκεί ώστε να καλύψει την πιο ουσιαστική αδυναμία, η οποία προέρχεται από την παλαιότητα των φρεγατών. Είναι κοινό μυστικό μεταξύ όσων γνωρίζουν την κατάσταση του Π.Ν. ότι το 2020 είναι το annus horribilis για τις φρεγάτες. Τότε οι περισσότερες θα προσεγγίζουν ή αγγίζουν τα 40 χρόνια. Οσες προσπάθειες βελτίωσης και αν κάνουν οι πεπειραμένοι μηχανικοί του Π.Ν. είναι αδύνατον να αναβαθμίσουν ορισμένες δυνατότητες, οι οποίες στο πέρασμα των χρόνων εκ των πραγμάτων είναι πια ξεπερασμένες. Στο σύγχρονο περιβάλλον ναυτικού πολέμου, οι φρεγάτες του Π.Ν. παραμένουν εξαιρετικά όπλα στο πεδίο της επιφανείας, είναι, ωστόσο, ξεπερασμένες στον ανθυποβρυχιακό (Α/Υ) και τον αντιαεροπορικό (Α/Α) πόλεμο. Σε αυτές τις δυνατότητες (Α/Υ και Α/Α) οι φρεγάτες του Π.Ν. βρίσκονται δύο τεχνολογικές γενιές πίσω από τις τελευταίες εξελίξεις στον κλάδο της ναυπηγικής.

Σειρά λαθών στο πρόσφατο παρελθόν, όπως η απόσυρση και έπειτα ο (πανάκριβος ύψους 500 εκατ. ευρώ) εκσυγχρονισμός των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας P-3 Orion έχουν στερήσει από το Π.Ν. και τη δυνατότητα της παρακολούθησης της Ανατολικής Μεσογείου και διεξαγωγής ηλεκτρονικού πολέμου. Παρότι το πρώτο P-3 είναι έτοιμο, τα υπόλοιπα τρία, τα οποία θα έχουν ενσωματωμένες νέες αυξημένες τεχνολογικά δυνατότητες, θα είναι έτοιμα το 2022.

Οι αντιξοότητες

Προφανώς όλη αυτή η κατάσταση οφείλεται κυρίως στη δημοσιονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, αλλά και σε πάγιες διαρθρωτικές αδυναμίες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (όπως π.χ. το γεγονός ότι η δομή δυνάμεων εξακολουθεί να προβλέπει την ανάγκη για 13 φρεγάτες, ενώ είναι σαφές ότι ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός). Παρά τις ανεπανάληπτες τα τελευταία 40 χρόνια αντιξοότητες, η Ελλάδα έχει κατορθώσει να προχωρήσει στη ναυπήγηση των υποβρυχίων τύπου «Παπανικολής» (214) και των πυραυλακάτων τύπου «Ρουσσέν» (σχεδιασμός Vosper). Αν και τα υποβρύχια θεωρούνται κρίσιμης μαχητικότητας μονάδες, ο ρόλος τους είναι επικουρικός στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά ταχείς και ευκίνητες πυραυλακάτους, αποτελούν μια κάποια δύναμη εξισορρόπησης για το Αιγαίο, αλλά δεν μπορεί να εξυπηρετήσουν τον βασικό, ευρύτερο συμμαχικό σχεδιασμό, στον οποίο πρακτικά η Αθήνα φιλοδοξεί να συμμετάσχει τα επόμενα χρόνια, δηλαδή την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, στον άξονα από την Ρόδο μέχρι τις ακτές του Ισραήλ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ