Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Τουρκικό άλμα προς την απολυταρχία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εάν επανεκλεγεί πρόεδρος αύριο –ή μετά δεύτερο γύρο στις 8 Ιουλίου– ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα βρίσκεται στο τιμόνι της Τουρκίας έως το 2023, οπότε θα έχει κυβερνήσει την Τουρκία για 20 από τα 100 χρόνια από την ίδρυση του τουρκικού κράτους. Τότε θα έχει ξεπεράσει σε διάρκεια τη θητεία του Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος ήταν πρόεδρος από το 1923 έως τον θάνατό του το 1938. Είτε επανεκλεγεί είτε όχι, ο Ερντογάν έχει αλλάξει την Τουρκία ριζικά. Ενώ καταβάλλει προσπάθειες να ακυρώσει πολλά απ’ όσα έπραξε ο Ατατούρκ, ολοένα και περισσότερο επιχειρεί να μοιάσει με αυτόν – με την επιβολή της δικής του θέλησης πάνω όχι μόνο στην πολιτική και στην κοινωνία, αλλά ενίοτε και στην πραγματικότητα. Αυτές οι εκλογές θα κρίνουν το μέλλον της Τουρκίας και, συνεπώς, τις σχέσεις της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο.

Τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς η τουρκική οικονομία κλονιζόταν λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης στις αγορές για τη διαχείριση Ερντογάν, συζητιόταν το ενδεχόμενο ο ίδιος και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 2002, ενώ αυτός ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2003) να μην κερδίσουν τις εκλογές. Επειδή, όμως, οι τουρκικές δημοσκοπήσεις δεν είναι πάντα αξιόπιστες, το πιο πιθανό είναι ότι ο Ερντογάν θα επικρατήσει, είτε με απόλυτη πλειοψηφία αύριο είτε ύστερα από αναμέτρηση με τον δεύτερο υποψήφιο, ο οποίος θα υποστηριχθεί από τους περισσότερους από τους αυριανούς υποψηφίους (πλην του φυλακισμένου ηγέτη του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, Σελαχαντίν Ντεμιρτάς). Το εάν το ΑΚΡ πετύχει αυτοδυναμία είναι άλλο ερώτημα. Στις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες διεξάγονται και αυτές αύριο, δεν υπάρχει δεύτερος γύρος. Αλλά και αυτό σχετικό είναι: το 2015, όταν βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν τον Ιούνιο δεν ανέδειξαν αυτοδύναμο το ΑΚΡ, ο Ερντογάν προκάλεσε κρίση με τους Κούρδους, επένδυσε στον έντονο εθνικισμό και έστειλε τη χώρα πίσω στις κάλπες τον Νοέμβριο, οπότε το κόμμα του πέτυχε την αυτοδυναμία. Το περυσινό δημοψήφισμα, επίσης, ενέκρινε με ισχνή πλειοψηφία την αναθεώρηση του συντάγματος, δίνοντας απόλυτες εξουσίες στον πρόεδρο, εν μέσω καταγγελιών για νοθεία. Τώρα, με κατάσταση έκτακτης ανάγκης να ισχύει ακόμη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο Ερντογάν έχει αλλάξει τις εκλογικές διαδικασίες ώστε να είναι ευκολότερη η νοθεία, ενώ ελέγχει απολύτως τον Τύπο, τη Δικαιοσύνη και τα σώματα ασφαλείας. Χρησιμοποιεί απολύσεις στο Δημόσιο (πάνω από 100.000 άτομα, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία) και φυλακίσεις (με 50.000 να κρατούνται περιμένοντας να δικασθούν) για να τρομοκρατεί τους υπόλοιπους.

Οσο απίθανο φαίνεται να χάσει τις εκλογές ο Ερντογάν, τόσο πιο αναγκαίο είναι για τους Τούρκους να τον εμποδίσουν από το να συνεχίσει την πολιτική των τελευταίων ετών. Είναι φανερό ότι ο πρόεδρος σκοπεύει να ιδρύσει ένα αυταρχικό καθεστώς, με τον εαυτό του απόλυτο άρχοντα. Με το νέο σύνταγμα ο πρόεδρος αναλαμβάνει την εκτελεστική εξουσία σχεδόν μόνος του, καταργώντας το αξίωμα του πρωθυπουργού: διορίζει την κυβέρνηση και τους αντιπροέδρους, τους δικαστές και τα κορυφαία στελέχη της δημόσιας διοίκησης· θα κυβερνά μέσω διαταγμάτων και θα καθορίζει τον κρατικό προϋπολογισμό και θέματα ασφαλείας. Οι έλεγχοι πάνω στην εξουσία του θα είναι περιορισμένοι, καθώς οι εξουσίες της Βουλής θα είναι ελάχιστες, ενώ ο πρόεδρος θα είναι και αρχηγός του μεγαλύτερου (και ίσως αυτοδύναμου) κόμματος.

Το σκηνικό είναι έτοιμο για ηγέτη με απολυταρχικές τάσεις, και ο Ερντογάν έχει αποδείξει ότι η στρατηγική του βασίζεται πάνω στην εδραίωση τέτοιου καθεστώτος. Εκτός από τη χειραγώγηση των εκλογών και της δημόσιας διοίκησης, εκτός από τον φόβο και τον διχασμό που καλλιεργεί –μιλώντας συνεχώς για εσωτερικούς υπονομευτές και εξωτερικούς εχθρούς–, ο Ερντογάν προσπαθεί να ελέγξει τους Τούρκους σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό: από τη μία, αναγγέλλει συνεχώς μεγάλα έργα, όπως το νέο γιγαντιαίο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης και το φαραωνικό σχέδιο για κανάλι που θα παρακάμπτει τον Βόσπορο· από την άλλη, προωθεί την ίδρυση θρησκευτικών σχολείων (εις βάρος του δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης) και την ανέγερση τζαμιών. Τελευταίως, μάλιστα, προανήγγειλε τη θέσπιση καφενείων όπου οι πολίτες δεν θα πληρώνουν ενώ θα συζητούν θέματα που, όπως υποψιάζεται η κοινωνιολόγος Φούντα Τσάντεκ (μιλώντας στο διαδικτυακό Αλ Μονιτόρ), ίσως θα προωθούν «το αποδεκτό μοντέλο του πολίτη του ΑΚΡ». Είναι γνωστός, εξάλλου, ο αυστηρός έλεγχος στην επικοινωνία, στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα. Με το νέο σύνταγμα, και με τις υπερεξουσίες του προέδρου, η κατάσταση θα επιδεινωθεί περαιτέρω.

Πέρα από την αλλαγή του πολιτεύματος, την εισαγωγή του Ισλάμ στο κέντρο της δημόσιας ζωής και τον έλεγχο των πολιτών, το καθεστώς Ερντογάν επιδίδεται σε ακραίες και ανερμάτιστες συμπεριφορές στο διπλωματικό πεδίο. Τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει όχι μόνο να επιδεινώσει τις σχέσεις με όλους τους γείτονες της Τουρκίας, αλλά και στις περισσότερες αυτές χώρες δεν έχει καν πρεσβευτή πλέον. Για τους γείτονες, συμπεριλαμβανομένων της Ελλάδας και της Κύπρου, είναι άγνωστο το αν η επικράτηση Ερντογάν θα σημαίνει βελτίωση ή επιδείνωση των σχέσεων – μιας και όλα θα εξαρτώνται από τις συνεχώς μεταλλασσόμενες βουλές ενός ανδρός. Μόνο οι Τούρκοι ψηφοφόροι μπορούν να τον σταματήσουν, και η αυριανή εκλογή ίσως να είναι η τελευταία ευκαιρία πριν να είναι αργά γι’ αυτούς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ