ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ*

Τα οφέλη της πραγματικής αποκέντρωσης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Στις απόψεις των κ. Μάνου και Φορτσάκη για τα θέματα της διακυβέρνησης, που φιλοξένησε η «Κ», έγιναν αναφορές στον τρόπο σύστασης, οργάνωσης και απόδοσης της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση, παρ’ ημίν, ελάχιστα κατανοείται με τα τεχνικά της χαρακτηριστικά. Κρίνεται με πολιτικά κριτήρια και, γι’ αυτό, οι κυβερνήσεις λαμβάνουν το ίδιο θετικό ή αποθετικό πρόσημο με εκείνο του προέδρου τους.

Η διακυβέρνηση, έννοια ευρύτερη και πολυσήμαντη, μπερδεύεται με την κυβέρνηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζονται ειδικοί και «ειδικοί» σε μια γενική αποστροφή για τις υπερμεγέθεις ελληνικές κυβερνήσεις και η συζήτηση να κλείνει εκεί. Πέραν του μεγέθους της, δεν συζητείται κανένα άλλο χαρακτηριστικό της κυβέρνησης ως «εργαζόμενου σώματος»: ούτε η ποιότητα της αποφάσεών της, ούτε η αποτελεσματικότητά της, ούτε η σχέση της με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές.

Στην Ελλάδα των μεταπολιτευτικών χρόνων, όλες οι «κανονικές» κυβερνήσεις (εξαιρουμένων, δηλαδή, των τεσσάρων υπηρεσιακών και της πρώτης κυβέρνησης Καραμανλή, ο αριθμός των οποίων κυμαινόταν μεταξύ 17-20 μελών) ξεπερνούσαν τα 40 μέλη. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, λάβετε υπόψη ότι χώρες με πολλαπλάσιο πληθυσμό της Ελλάδας, όπως η Πολωνία των 38.000.000, περιορίζεται στους 23 υπουργούς, ενώ η πρόσφατη κυβέρνηση της Ιταλίας των 60.000.000 αριθμεί 19 υπουργούς.

Η Σουηδία, μια χώρα με τον ίδιο πληθυσμό και παρεμφερή πολιτειακή και διοικητική οργάνωση με την Ελλάδα, έχει κυβέρνηση με μόνο 11 υπουργεία. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει κατά μέσον όρο τον τετραπλάσιο αριθμό μελών κυβέρνησης από εκείνον που θα έπρεπε να είχε.

Το πελατειακό κράτος ενέχεται για τις δύο παρελκόμενες αιτίες που δημιουργούν τη γιγάντωση των ελληνικών κυβερνήσεων. Η πρώτη αιτία είναι η υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο κέντρο. Τα υπουργεία διακρατούν περισσότερες από 23.000 αρμοδιότητες, ενώ αυτές που κατά καιρούς έχουν μεταβιβαστεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν ξεπερνούν τις 650. Τα επίπεδα διοίκησης (περιφερειακό, τοπικό) λειτουργούν περισσότερο ως αποθετήριο ευθυνών και άλλοθι της κεντρικής κυβέρνησης για δύσκολα θέματα (π.χ. πολιτική προστασία) παρά ως αυτοδύναμα επίπεδα λήψης απόφασης.

Η ίδια η έννοια της αρμοδιότητας και η ακολουθούμενη διοικητική πρακτική της μεταφοράς της δημιουργούν ανυπέρβλητα εμπόδια στη συγκρότηση μιας εύρωστης Αυτοδιοίκησης. Μόνον η μαζική μεταφορά αρμοδιοτήτων που συγκροτούν ένα πεδίο πολιτικής μπορεί να αποκαταστήσει το νόημα της αποκέντρωσης και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας εύρυθμα λειτουργούσας πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.

Η κεντρική κυβέρνηση πρέπει να περιοριστεί στην προετοιμασία, στην παρακολούθηση της εφαρμογής και στην αξιολόγηση των νομοθετικών ρυθμίσεων στα οριζόντια πεδία πολιτικής (π.χ. άμυνα, εξωτερικές υποθέσεις, μετανάστευση, φορολογία κ.ο.κ.). Οι περιφερειακές κυβερνήσεις πρέπει να μεριμνούν για την εφαρμογή των νόμων και να έχουν κανονιστική αρμοδιότητα για την Παιδεία, τη δημόσια υγεία (των νοσοκομείων συμπεριλαμβανομένων), την αστυνόμευση, τον χωροταξικό σχεδιασμό. Οι τοπικές κυβερνήσεις, αντιστοίχως, για θέματα καθημερινότητας (π.χ. απορρίμματα, δρόμοι, κατοικίδια).

Ολα αυτά, βεβαίως, φαντάζουν δύσκολα σε μια χώρα στην οποία τους εργάτες καθαριότητας των δήμων προσλαμβάνει ο υπουργός Εσωτερικών ή το απολυτήριο νηπιαγωγείου το δίνει ο υπουργός Παιδείας.

Χρειάζεται γνώση και τόλμη να μπορέσουμε να σχεδιάσουμε, εκ νέου, το σύστημα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης με λίγα υπουργεία και ουσιαστικές αρμοδιότητες στην Αυτοδιοίκηση. Τα οφέλη από μια τέτοια μεταρρύθμιση είναι, όμως, ανεκτίμητα. Η Ελλάδα θα μπορούσε να πετύχει μια ραγδαία αποκλιμάκωση των δαπανών, διασφαλίζοντας, παράλληλα, καλύτερης ποιότητας υπηρεσίες στους πολίτες και στις επιχειρήσεις.

* Ο κ. Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι πρώην βουλευτής και εμπειρογνώμων Δημόσιας Διοίκησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ