ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Η οκταετία που κατέληξε στην κόκκινη γραβάτα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​προχθεσινή συμφωνία του Eurogroup κλείνει συμβολικά, αλλά όχι οριστικά, μια δραματική οκταετία τριών μνημονίων. Ενα νέο κεφάλαιο ανοίγει στη μακρά ελληνική κρίση, η οποία οδήγησε στο πρώτο μνημόνιο και δεν τερματίζεται με την ολοκλήρωση του τρίτου.

Η ιστορία βέβαια δεν ξεκινά το 2010. Τα ελλείμματα, η ανταγωνιστικότητα, το ασφαλιστικό, όλα αφέθηκαν να κατρακυλήσουν τη δεκαετία του 2000, δεκαετία της μοιραίας αμεριμνησίας και επανάπαυσης. H ιστορία των μνημονίων είναι μια λιτανεία χαμένων ευκαιριών και πανάκριβα πληρωμένων λαθών.

Οχι μόνο η τελική έκβαση, αλλά η ίδια η ψυχολογική πρόσληψη της κρίσης θα ήταν πολύ διαφορετική εάν ο δείκτης της ανάπτυξης, που είχε γίνει για πρώτη φορά θετικός το 2014, είχε παραμείνει θετικός. Θα είχαμε γλιτώσει δεκάδες χιλιάδες ανέργων και Ελλήνων μεταναστών, θα είχε αποτραπεί η τεράστια περαιτέρω μείωση εισοδήματος. Και δεν θα είχε εμπεδωθεί αυτή η διάχυτη αίσθηση απελπισίας και παραίτησης.

Το 2015-16 ήταν η ευνοϊκότερη εξωτερική συγκυρία από την αρχή της κρίσης. Η Ευρωζώνη κάλπαζε στην ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη από το 2008. Το πετρέλαιο ήταν φθηνό, το ευρώ υποτιμημένο, τα επιτόκια στο μηδέν, η ΕΚΤ του Ντράγκι έβρεχε φτηνό χρήμα. Κι εμείς; Μόνοι, αποκλεισμένοι από την ανάκαμψη, να λύνουμε ναρκισσιστικά στοιχήματα και εσωτερικές αντιφάσεις του λαϊκιστικότερου κυβερνητικού συνασπισμού στην Ευρώπη. Αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η τεράστια ζημία, που το ESM έχει υπολογίσει σε 100 δισ. Ηταν επίσης η αδύναμη ανάκαμψη του 2017 και 2018. Ευλόγως η κυβέρνηση Τσίπρα σπεύδει να αξιοποιήσει πολιτικά την καταρχήν θετική (παρά τις αδυναμίες) συμφωνία του Eurogroup. Η πολιτική οικειοποίηση της θετικής εξόδου από το 3ο μνημόνιο θα ήταν δικαιολογημένη εάν συνοδευόταν από αναγνώριση της συμβολής των προκατόχων του, και κυρίως από ανάληψη ευθύνης για τις καταστροφικές προηγούμενες επιλογές του.

Η έξοδος από το μνημόνιο είναι έργο της κυβέρνησης Τσίπρα, όπως έργο της ήταν η αποτροπή της εξόδου πολύ νωρίτερα και η καταβύθιση στο βαρύ 3ο μνημόνιο. Μετά τη δραματική στροφή του Ιουλίου 2015, η κυβέρνηση Τσίπρα εργάστηκε με συνέπεια για την ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου. Ορθώς ο Τσακαλώτος επένδυσε στην οικοδόμηση αξιοπιστίας στην Ευρώπη. Ηταν η ίδια στρατηγική που ο ΣΥΡΙΖΑ της αντιπολίτευσης χλεύαζε ως τακτική του «καλού παιδιού» – ή, κατά Βαρουφάκη, «υποδειγματικού κρατουμένου». Δεν μπορεί κανείς εύκολα να αντιπαρέλθει τη διαπίστωση ότι η μέγιστη συνεισφορά των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην κυβέρνηση παραμένει ότι απάλλαξαν τη χώρα από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην αντιπολίτευση.

Θα ήταν παρ’ όλα αυτά χρήσιμο εάν, πρωτοτυπώντας, οικοδομούσαμε ένα θετικό αφήγημα συνέχειας και όχι μόνο αποκλίσεων και ρήξεων. Η αποφοίτηση από τα μνημόνια δεν θα είχε καταστεί εφικτή εάν η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν είχε λάβει βαριά μέτρα εμπροσθοβαρούς προσαρμογής το 2010-11, εάν η κυβέρνηση Παπαδήμου, με καίρια τη συμβολή Βενιζέλου, δεν είχε ολοκληρώσει το μεγαλύτερο στην ιστορία «εθελοντικό» κούρεμα χρέους, εάν η κυβέρνηση Σαμαρά δεν συνέχιζε την προσαρμογή, συμπληρώνοντας το PSI με την επαναγορά ομολόγων τον Δεκέμβριο 2012. Και βέβαια, οι διαδοχικές επιμηκύνσεις και διευκολύνσεις από τους εταίρους και το ESM, που βελτίωσαν δραστικά το προφίλ «εξυπηρετησιμότητας» του χρέους.

Ας κάνουμε επίσης ένα διάλειμμα από την εθνική αυτομαστίγωση. Η ελληνική ύφεση ήταν η μακρότερη στον ανεπτυγμένο κόσμο. Είχε το βάθος της Μεγάλης Υφεσης των ΗΠΑ του ’30, αλλά διπλάσια διάρκεια. Υπό παρόμοιες συνθήκες, άλλες κοινωνίες θα είχαν εκραγεί ή θα είχαν αναδείξει ακραίους εξτρεμιστές. Ευημερούσες οικονομίες στη Δυτική Ευρώπη έχουν εκλέξει ακραίους λαϊκιστές και εθνικιστές. Το ότι 5/6 των βουλευτών του Κοινοβουλίου μας στήριξαν το πρόγραμμα προσαρμογής που κρατάει την Ελλάδα στο ευρώ είναι ένα διόλου αμελητέο επίτευγμα.

Η συμφωνία για το χρέος απομακρύνει τις ασφυκτικές ανάγκες χρηματοδότησης για τα αμέσως επόμενα χρόνια, ανοίγοντας ένα παράθυρο ευκαιρίας. Μια κυβέρνηση φιλελεύθερου προσανατολισμού, που θα μιλάει τη γλώσσα της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, μπορεί να το αξιοποιήσει, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών, να φέρει επενδύσεις, να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν την παραγωγικότητα, να αυξήσει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης, διευκολύνοντας την επίτευξη των φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων χωρίς υπερφορολόγηση. Αυτό θα ήταν το θετικό σενάριο. Υπάρχει και το αρνητικό: η ασθενής πολιτική βούληση να μην καταφέρει να υπερκεράσει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Και αυτοί να εξακολουθούν να λειτουργούν κατασταλτικά στην οικονομική δραστηριότητα, οδηγώντας σε ασθενική ανάπτυξη, εμπέδωση της υπερφορολόγησης κι έναν φαύλο κύκλο αντιαναπτυξιακής λιτότητας...

Επίλογος: Η ανακοίνωση του Eurogroup αφιέρωσε ειδική αναφορά στην υπόθεση του αέναα διωκόμενου από τις δικαστικές αρχές πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου. Παραμένουμε μια χώρα που οι θεσμοί της δυσλειτουργούν, που μέρος της αναζητεί ακόμη αποδιοπομπαίους τράγους, αρνούμενο να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ