ΚΟΣΜΟΣ

Μετεγκατάσταση προσφύγων: μία επιτυχία που δεν ακούστηκε

ΚΙΡΑ ΓΚΑΡΤΖΟΥ-ΚΑΤΣΟΥΓΙΑΝΝΗ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Προσφυγικό, Μεταναστευτικό

Πρόσφατα ολοκληρώθηκαν οι τελευταίες μεταφορές αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο του διετούς προγράμματος μετεγκατάστασης της Ε.Ε. που συμφωνήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015. Παρότι οι πρόσφατες εξελίξεις στο μεταναστευτικό μας έχουν οδηγήσει να εστιάζουμε σε άλλα ζητήματα, θεωρώ ότι αξίζει, με αυτή την ευκαιρία, να αφιερώσουμε λίγο χρόνο σε μια σύντομη επισκόπηση της εφαρμογής του προγράμματος της μετεγκατάστασης στην Ελλάδα.

Σχολιαστές διάφορων πολιτικών χρωμάτων έσπευσαν να καταγγείλουν την «παταγώδη αποτυχία» του προγράμματος, παρατηρώντας ότι όταν ολοκληρωθούν και οι τελευταίες μεταφορές, θα έχουν μετεγκατασταθεί «μόνο» 22,000 αιτούντες άσυλο από την Ελλάδα, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο του προβλεπόμενου αριθμού.

Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Είναι αλήθεια ότι κάποιες ευρωπαϊκές χώρες δεν τήρησαν τις νομικές τους υποχρεώσεις. Οι πιο ακραίες περιπτώσεις ήταν η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Τσεχία, οι οποίες δεν δέχθηκαν σχεδόν κανέναν πρόσφυγα μέσω του προγράμματος, και για το λόγο αυτό βρίσκονται αντιμέτωπες με τις διαδικασίες επί παραβάσει της Ε.Ε. Ο κυριότερος λόγος όμως για τον οποίο δεν μετεγκαταστάθηκαν 63.300 πρόσφυγες από την Ελλάδα, όπως προβλεπόταν, ήταν ότι ο στόχος αυτός προσδιορίστηκε πριν την Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας του Μαρτίου του 2016, με βάση έναν αριθμό ημερησίων αφίξεων μεταναστών από την Τουρκία που ανερχόταν σε χιλιάδες. Μετά τον Μάρτιο του 2016, οι αφίξεις στα ελληνικά νησιά μειώθηκαν κατακόρυφα. Τελικά, όταν ολοκληρωθούν και οι τελευταίες μεταφορές, θα έχουν μετεγκατασταθεί σχεδόν όλοι οι αιτούντες άσυλο που ήταν επιλέξιμοι και είχαν εγγραφεί να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα (επιλέξιμοι είναι μόνο οι υπήκοοι χωρών με μέσο πανευρωπαϊκό ποσοστό αναγνώρισης καθεστώτος ασύλου πάνω από 75%) .

Η μετεγκατάσταση 22.000 αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα αποτελεί σημαντικό γεγονός. Το πρόγραμμα αποτέλεσε υπόδειγμα διαχείρισης των προσφυγικών ροών με τρόπο ανθρώπινο και οργανωμένο, καθώς έδωσε την ευκαιρία σε 22.000 πρόσφυγες να μετακινηθούν σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα με νόμιμα χαρτιά, ασφάλεια και αξιοπρέπεια ως επιβάτες εμπορικών αερογραμμών. Ταυτόχρονα, το πρόγραμμα υπήρξε ένα από τα πρώτα παραδείγματα απομάκρυνσης της Ε.Ε. από τον Κανονισμό του Δουβλίνου, σύμφωνα με τον οποίο η ευθύνη για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου ανήκει στην πρώτη χώρα εισόδου του αιτούντος στην Ε.Ε. Ενώ ο Κανονισμός του Δουβλίνου επιβαρύνει δυσανάλογα τις χώρες που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., το πρόγραμμα μετεγκατάστασης εκφράζει έμπρακτα τις αρχές της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής των βαρών μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.

Η επιτυχημένη εφαρμογή του προγράμματος στην Ελλάδα είναι μια ιστορία συνυφασμένη με την προσπάθεια μιας ομάδας ανθρώπων σε μια ξεχωριστή υπηρεσία του ελληνικού δημοσίου, την Υπηρεσία Ασύλου. Με επικεφαλής την κ. Ζωή Νασίκα, η ομάδα αυτή δούλεψε με επαγγελματισμό και συνεργατικότητα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στο να στηθεί γρήγορα η απαραίτητη πολύπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία. Βρεθήκαμε έτσι να μπορούμε να λέμε ότι μια γραφειοκρατική διαδικασία στην Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες!

Σε αυτό το αποτέλεσμα συνέβαλε επίσης η εξαιρετική συνεργασία μεταξύ των εκπροσώπων όλων των υπηρεσιών και οργανισμών που συμμετείχαν στην εφαρμογή του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένου του κ. Besim Ajeti, του εκπροσώπου του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης που γνώριζε την κάθε περίπτωση προσφύγων που μετεγκαταστάθηκαν ξεχωριστά, και ο οποίος δυστυχώς δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από ευρωπαϊκά κονδύλια.

Είναι προφανές ότι η μετεγκατάσταση 22.000 αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα σε άλλες χώρες της Ε.Ε. δεν αποτελεί πανάκεια. Όμως στο βαθμό που ζητάμε από την Ε.Ε. να δείχνει περισσότερη ανθρωπιά και αλληλεγγύη στη διαχείριση του προσφυγικού, είναι παράδοξο να απορρίπτουμε τόσο εύκολα ένα πρόγραμμα που εκφράζει ακριβώς αυτές τις αρχές. Αντ’ αυτού, θα ήταν πιο παραγωγικό να αναλογιστούμε τι μπορεί να μας διδάξει η επιτυχημένη εφαρμογή του προγράμματος στην Ελλάδα για τη μελλοντική διαμόρφωση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.

*Η Κίρα Γκάρτζου-Κατσουγιάννη είναι υποψήφια Διδάκτωρ στο London School of Economics. Το 2016 εργάστηκε στο γραφείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα. Οι απόψεις που εκφράζει σε αυτό το άρθρο είναι προσωπικές και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις και θέσεις της Επιτροπής.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ