ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς θεραπεία λόγω αδυναμίας κάλυψης κόστους

ΠΕΝΝΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΖΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με την ελπίδα ότι το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει θα περάσει μόνο του «πορεύτηκε» πέρυσι ένας στους τέσσερις Ελληνες άνω των 16 ετών που χρειάστηκε θεραπεία ή ιατρική εξέταση. Ο κύριος λόγος που τον κράτησε μακριά από τον γιατρό ήταν η αδυναμία κάλυψης του κόστους για τη θεραπεία ή την εξέταση. Μπορεί το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν ότι δεν καλύφθηκε ιατρική τους ανάγκη να μειώθηκε το 2017 σε σχέση με το 2016, ωστόσο παραμένει θλιβερά υψηλό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2017, της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η οποία διενεργήθηκε σε δείγμα 7.071 νοικοκυριών και 13.947 ατόμων, περίπου ένας στους δύο (44,7%) ενήλικες ηλικίας 16 ετών και άνω χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία τούς τελευταίους δώδεκα μήνες πριν από την έρευνα. Εξ αυτών, το 24,5% (ή 10,9% του συνόλου των ερωτωμένων) δεν την έλαβε. Σε ποσοστό 74,6% ο λόγος που αναφέρθηκε για τη μη ικανοποίηση της ιατρικής ανάγκης ήταν η οικονομική αδυναμία και ακολουθεί με ποσοστό 13,6% η μεγάλη λίστα αναμονής.

Ακόμη πιο απογοητευτικά είναι τα στοιχεία που αφορούν την οδοντιατρική φροντίδα. Κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν από τη διενέργεια της έρευνας, σχεδόν τρεις στους δέκα (29,9%) ενήλικες άνω των 16 ετών χρειάστηκαν οδοντιατρική, ορθοδοντική ή στοματολογική εξέταση ή θεραπεία, ενώ από αυτούς το 37,2% (ή το 11,1% του συνόλου των ερωτωμένων) δεν απευθύνθηκε σε ειδικό, λόγω κυρίως αδυναμίας κάλυψης του κόστους της εξέτασης-θεραπείας (87,5% επικαλέστηκαν οικονομικούς λόγους για τη μη επίσκεψη σε οδοντίατρο). Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το ποσοστό εκείνων που χρειάστηκαν ιατρική ή οδοντιατρική φροντίδα και δεν την έλαβαν είναι μειωμένο στην έρευνα του 2017 σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα του 2016 (10,9% επί του συνόλου των ερωτωμένων έναντι 14,4% πρόπερσι), παραμένοντας ωστόσο στα υψηλά επίπεδα «κρίσης». Υπενθυμίζεται ότι έως το 2010 το αντίστοιχο ποσοστό κυμαινόταν κοντά στο 4%.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών πριν από τη διενέργεια της έρευνας, χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο σχεδόν ένας στους δέκα Ελληνες (9,3%), ενώ υπηρεσίες φροντίδας κατ’ οίκον χρησιμοποίησε το 3,2% των ερωτωμένων ηλικίας 16 ετών και άνω. Πρόσφατη χρήση (τις τελευταίες δύο εβδομάδες) φαρμάκων, θεραπευτικών βοτάνων ή βιταμινών με συνταγή γιατρού έκανε σχεδόν ένας στους δύο ερωτώμενους (46,2%).

Απογοητευτικά είναι τα στοιχεία της έρευνας και σε ό,τι αφορά τη σωματική διάπλαση του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, με το 54% να είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο (43,4% και 11,6% αντιστοίχως). Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στους άνδρες που το ποσοστό των υπέρβαρων ή/και παχύσαρκων φτάνει το 64,1%. Ακόμα πιο επιβαρυντικό είναι το γεγονός ότι το 42,9% δηλώνει ότι στη διάρκεια μιας εβδομάδας δεν ασκείται καθόλου. Στο ποσοστό αυτό δεν περιλαμβάνονται δραστηριότητες που γίνονται στο πλαίσιο εργασίας ή κύριας ενασχόλησης όπως είναι οι οικιακές εργασίες για μία νοικοκυρά, ωστόσο περιλαμβάνεται η μετακίνηση, προς και από την εργασία, την αγορά κ.ά.

Στα θετικά ευρήματα συγκαταλέγεται η περαιτέρω μείωση του ποσοστού όσων καπνίζουν καθημερινά και το οποίο στην έρευνα του 2017 καταγράφεται στο 25,8%, έναντι 27,3% που ήταν στην προηγούμενη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ (2014). Μάλιστα, στις ηλικίες από 16 έως 24 ετών, μόλις το 12,7% δηλώνει ότι καπνίζει σε καθημερινή βάση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ