Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Λύτρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Σ​​τις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε στους συνεργάτες του ότι το βασάνισε ξανά και ξανά. Είχε αφιερώσει το Σαββατοκύριακο μετά την πρόταση δυσπιστίας προσπαθώντας να απαντήσει σε ένα ερώτημα, που, προτού αρχίσει να το εκτοξεύει εναντίον του η κυβερνητική πλειοψηφία, το είχε θέσει ο ίδιος στον εαυτό του: Τι θα έκανε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης;

Oσοι άκουσαν για πρώτη φορά σε ιδιωτικό κύκλο το αποτέλεσμα της αναμέτρησης του Κυριάκου με το αναπάντητο ερώτημα, πείστηκαν ότι ο ίδιος έχει όντως πειστεί γι’ αυτό που επανέλαβε τη Δευτέρα δημοσίως στον ΣΚΑΪ: ότι ο πατέρας του δεν θα ψήφιζε τη συμφωνία των Πρεσπών.

Για να εντοπίσει κανείς στον Μητσοτάκη κάτι αρχαιομητσοτακικό δεν χρειάζεται, πάντως, να καταφύγει στον πνευματισμό. Πιο ενεργά είναι τα στοιχεία της πολιτικής κληρονομιάς που δεν δηλώνονται: Οπως η άρνησή του να το παίξει «σκίστης», τάζοντας ότι θα εξαφανίσει «μ’ ένα άρθρο» τη συμφωνία για το Μακεδονικό, αν την παραλάβει τετελεσμένη. Οπως η σύστοιχη άρνησή του να υποσχεθεί –ή πονηρούτσικα, έστω, να υπαινιχθεί– την άρση των προψηφισμένων μέτρων για τις συντάξεις και το αφορολόγητο.

Αμφότερες οι αρνήσεις έχουν κόστος. Στα δεξιά του, ο Μητσοτάκης μπορεί να απέφυγε τη διάσπαση, εξακολουθεί όμως να αντιμετωπίζει πλειοδοσία σκοπιανοφαγίας. Εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιθωριακό ανταγωνισμό που ζητάει δημοψήφισμα – το οποίο ο πρόεδρος της Ν.Δ., διακριτικά, επίσης απέρριψε. Στα αριστερά του, o Μητσοτάκης ακούει ήδη την κυβέρνηση να προσπαθεί να αντιστρέψει το βάρος των περικοπών που η ίδια ψήφισε: «Δηλαδή, εσείς τι θέλετε;», ρωτούσε στην τηλεόραση ο Νίκος Παππάς. «Να γίνουν οι περικοπές ή να μη γίνουν;». Ετσι εμφανίζονται να σπεκουλάρουν με την αθέτηση των δεσμεύσεων της χώρας εκείνοι που τις ανέλαβαν, ενώ αναγνωρίζει την ισχύ τους εκείνος που τις αντιπολιτεύτηκε.

Αυτή η προεκλογική αυτοσυγκράτηση προσβλέπει σε μετεκλογική υπεραξία. Η υπόθεση στην οποία βασίζεται όλο το προγραμματικό οικοδόμημα του Μητσοτάκη είναι ότι ο ίδιος θα ξαναχτίσει το άυλο κεφάλαιο της αξιοπιστίας, τηρώντας τα συμφωνηθέντα και προωθώντας διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις· και ότι θα ανταλλάξει μετά το άυλο κεφάλαιο με δημοσιονομικό χώρο.

Οι καθηλωτικοί στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η στενή μεταμνημονιακή εποπτεία είναι τα λύτρα της χρόνιας ελληνικής αναξιοπιστίας. Η χώρα χρειάζεται να αποκαταστήσει το κατεστραμμένο της brand όχι μόνο έναντι των εταίρων και των αγορών, αλλά κυρίως έναντι των επενδυτών.

Για να πετύχει την αποκατάσταση, ο Μητσοτάκης θα χρειαστεί χρόνο. Θα χρειαστεί πολιτικό ορίζοντα καθαρό, χωρίς ρίσκο. Και ξεκινά έχοντας ήδη τις επισφάλειες της προεδρικής εκλογής του 2020 και του αναλογικού εκλογικού νόμου. Ξεκινά σε έδαφος θεσμικά και οικονομικά ναρκοθετημένο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ